Skip to content

Κλάστερ, μέρος Γ’

Νικήτας Γεράνης, Κώστας Μάρκου, Θοδωρής Μουγιάκος

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

Περιφερειακή ανισόμετρη ανάπτυξη

Ο σχηματισμός των κλάστερ αποτελεί μια προσπάθεια καπιταλιστικής ανταπόκρισης στην τάση και ανάγκη για κεντρικό κοινωνικό σχεδιασμό των αναγκών και της παραγωγής, ο οποίος ωστόσο, ποτέ δεν μπορεί να ολοκληρωθεί κάτω από την κυριαρχία του ανταγωνισμού. Στο κλάστερ ChemSite (Ρηνανία – Ρουρ), οι προμηθευτές των μεγάλων εταιριών χημείας παραπονούνται ότι αν γνώριζαν τα πλάνα παραγωγής των πελατών τους θα προετοιμάζονταν καλύτερα για την κάλυψη των αναγκών. Οι συντονιστικές πρωτοβουλίες των κλάστερ χημείας δουλεύουν στην κατεύθυνση ενός κεντρικού σχεδιασμού της παραγωγής, όσο αυτό είναι δυνατό. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των εταιριών δεν επιτρέπει σε τέτοιο βαθμό ολοκλήρωση του σχεδιασμού, ο βαθμός κοινωνικοποίησης του κλάστερ όμως την κάνει απαραίτητη.

Στον καπιταλισμό, τίποτε δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς το χρήμα. Ο έλεγχος του χρήματος στο κλάστερ ασκείται από το χρηματοπιστωτικό τομέα με την ευρεία έννοια, είτε πρόκειται για παραδοσιακές τράπεζες, είτε για επενδυτικές τράπεζες, hedge funds και κεφάλαια υψηλού ρίσκου, είτε για την ίδια την χρηματοπιστωτική δραστηριότητα των εταιριών που διαπραγματεύονται τη μετοχή τους στις αγορές. Ως αποτέλεσμα, η παραγωγή προϊόντων, αν και αποτελεί τη βάση της οικονομίας, υποτάσσεται στο χρηματοπιστωτικό σύστημα αφού μετατρέπεται σε αντικείμενο τζόγου. Η Marianna Mazzucato σημειώνει ότι οι φαρμακευτικές εταιρίες ξοδεύουν για τη χειραγώγηση των μετοχών τους περίπου όσο ξοδεύουν για την ανάπτυξη νέων φαρμάκων. Τα κέρδη των εταιριών αυτών δεν προέρχονται αποκλειστικά από τις πωλήσεις προϊόντων αλλά, πλέον, κυρίως από τη χρηματιστηριακή διακύμανση της εταιρίας,  γεγονός που επιβεβαιώνει και τον ποιοτικά ανώτερο βαθμό σήψης στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Τα κλάστερ συγκροτούν οάσεις υψηλής παραγωγικότητας σε ερήμους υπανάπτυξης και καθυστέρησης. Μάλιστα, η επιτυχία τους εξαρτάται ακριβώς από αυτό. Θα πρέπει η παραγωγικότητα στο κλάστερ να είναι αρκετά πάνω από τον κοινωνικό μέσο όρο προκειμένου να αποφέρει μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους, γεγονός που σημαίνει ότι η παραγωγή εκτός κλάστερ εξαναγκάζεται να καλύψει το χαμένο έδαφος με την άνευ προηγουμένου συμπίεση του εργατικού κόστους. Στις 23 Οκτωβρίου 2013, ο βρετανικός Guardian [http://www.theguardian.com/business/2013/oct/23/london-south-east-economic boom?CMP=twt_gu] παραπονούνταν ότι η υποτιθέμενη ανάκαμψη της Μ. Βρετανίας είναι ανάπτυξη για την ευρύτερη περιοχή του Λονδίνου και στασιμότητα ή ύφεση για την υπόλοιπη Μ. Βρετανία. Πλάι στην εντεινόμενη εθνοκρατική ανισόμετρη ανάπτυξη, τώρα εντείνεται η ανισομετρία μεταξύ περιοχών μέσα στην ίδια τη χώρα, αποτελώντας όχι μόνο αποτέλεσμα, αλλά και προϋπόθεση της υψηλής παραγωγικότητας των κλάστερ.

Γενικά συμπεράσματα για τα κλάστερ

Κλάστερ είναι η σύμπλεξη βιομηχανικού, χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, επιστήμης και κράτους για την αποδοτική εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και όλης της παραγωγικής δραστηριότητας της κοινωνίας. Το κλάστερ είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του σταδίου του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Αποτελεί γεωγραφική συγκέντρωση επιχειρήσεων που συνενώνει: α) ανταγωνιστικές ή/και ομοειδείς πολυεθνικές επιχειρήσεις, σε έναν ή περισσότερους κλάδους, τους προμηθευτές και παροχείς υπηρεσιών, β) ένα ή πολλά πανεπιστημιακά-ερευνητικά κέντρα και συχνά επαγγελματικά εκπαιδευτικά ιδρύματα διαφόρων βαθμίδων, γ) χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καθώς και δ) περιφερειακούς – κρατικούς δημόσιους φορείς ή επαγγελματικές ενώσεις. Πολλές φορές τμήματα γιγάντιων πολυεθνικών αυτονομούνται σε αυτοτελείς πολυεθνικές εταιρίες σε διαφορετικούς κλάδους για να επανενωθούν στο πλαίσιο του κλάστερ σε ανώτερο επίπεδο με σχέση παραγωγού-προμηθευτή ή και συνεργάτη-ανταγωνιστή. Ιδιαίτερο γνώρισμά του κλάστερ είναι η συγκρότηση σε τοπική-περιφερειακή βάση. Αξιοποιεί το έθνος-κράτος, αλλά το υπονομεύει ταυτόχρονα, εφορμώντας στην παγκόσμια αγορά με ορμητήριο το «τοπικό κράτος».

Στο πλαίσιο του κλάστερ, η πανεπιστημιακή έρευνα συνενώνεται με τη διαδικασία έρευνας και ανάπτυξης της επιχείρησης υποτάσσοντας τις μεθόδους της επιστήμης και τους στόχους της στην «καινοτομία», στο εμπορικό μυστικό, στην πατέντα και στο γρήγορο κέρδος. Η επιστημονική έρευνα μετατρέπεται σε βιομηχανική διαδικασία, μεταβάλλοντας, όμως, θεμελιακά τον προσανατολισμό και τις μεθόδους της επιστήμης, από τη γενική κατανόηση των πλευρών ενός φαινομένου στη «στενή» αξιοποίησή του για την παραγωγή ενός εμπορικά αξιοποιήσιμου προϊόντος. Το πανεπιστήμιο παρέχει στο κλάστερ υψηλά ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, βασική έρευνα και ένα φόρουμ επιστημονικής αναζήτησης και ανταλλαγής ιδεών με σκοπό την παραγωγή τελικών προϊόντων. Στη διαδικασία αυτή είναι που υπάρχει και ο μεγαλύτερος δείκτης συνεργασίας των κατά τα άλλα ανταγωνιστικών πολυεθνικών, οι οποίες επωφελούνται από κοινές υποδομές και ροές ανθρώπινου δυναμικού και ιδεών, που δεν μπορούν να δημιουργήσουν στο εσωτερικό τους.

Στο σύστημα της παραγωγικότητας και άρα της παραγωγής υπεραξίας, στο κλάστερ συνδυάζονται πιο αποδοτικά οι μορφές απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Συνδυάζονται πιο αποδοτικά η χειρωνακτική, ανειδίκευτη ή εργοστασιακή εργασία με την υψηλής ειδίκευσης επιστημονική εργασία, πάντα με καθοριστικό το ρόλο της δεύτερης, καθώς η παραγωγή εμπορευμάτων με υψηλή περιεκτικότητα σύνθετης, επιστημονικής εργασίας αποδίδει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους.

Το κλάστερ είναι η στρεβλωμένη αντανάκλαση και η αντιδραστική καπιταλιστική μορφή της αντικειμενικής τάσης για επιστημονική καθοδήγηση της παραγωγής, για μετατροπή του εργάτη σε «συλλογικό διανοούμενο κοινωνικό εργάτη», που αποτελούν τις δυναμικές τάσεις για την επανάσταση και τον κομμουνισμό της εποχής μας. Ταυτόχρονα, παραδοσιακές πηγές ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος (πρώτες ύλες, πηγές ενέργειας κ.λπ.) χάνουν σε σημασία απέναντι σε παράγοντες όπως το επιστημονικό εργατικό δυναμικό, η σύνδεση με την επιστήμη, η διαρκής καινοτομία, η παραγωγή προϊόντων με υψηλή σύνθεση επιστημονικής εργασίας και καινοτομίας.

Το κλάστερ αποτελεί μορφή παραγωγικής συγκρότησης που αντιστοιχεί στο ανώτατο, μέχρι στιγμής, επίπεδο κοινωνικοποίησης της παραγωγής. Η βιομηχανική επανάσταση προκάλεσε την πρώτο κύμα κοινωνικοποίησης της παραγωγής μέσα στο εργοστάσιο. Στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού η κοινωνικοποίηση της βιομηχανικής παραγωγής ανεβαίνει ποιοτικά, ενώ κοινωνικοποιείται και η διαδικασία καινοτομίας (Λένιν), με τα πρώτα τμήματα έρευνας και ανάπτυξης στις μονοπωλιακές επιχειρήσεις. Στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, η βιομηχανική παραγωγή πλησιάζει σχεδόν στο ανώτατο, μέχρι στιγμής, στάδιο αυτοματοποίησής της, ενώ η διαδικασία ανάπτυξης προϊόντων και υπηρεσιών κοινωνικοποιείται σε τέτοιο βαθμό ώστε να σπάει τα όρια μεμονωμένων μονοπωλιακών επιχειρήσεων ή ακόμη και πολυκλαδικών πολυεθνικών μονοπωλιακών ομίλων.

Το κλάστερ αντιπροσωπεύει την τάση για υπέρβαση της ίδιας της μεμονωμένης καπιταλιστικής επιχείρησης, αφού επιβάλλει την οργανική συνεργασία -και όχι μία απλή συμφωνία για το μοίρασμα της αγοράς- μεταξύ ανταγωνιζόμενων εταιριών.

Απαιτείται η πολυεπίπεδη εμπλοκή του κράτους στην παραγωγή, όχι παράλληλα με τον ιδιωτικό τομέα για την αντιμετώπιση τυχών αποτυχιών της ελεύθερης αγοράς και την πρόληψη κρίσεων, αλλά καθεαυτό στην παραγωγική διαδικασία, παίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην ίδρυση και υποστήριξη καινοτόμων ιδιωτικών επιχειρήσεων, στην έρευνα και ανάπτυξη νέων προϊόντων έως και τη δημιουργία ολόκληρων, στρατηγικής σημασίας βιομηχανικών κλάδων (βιοτεχνολογία, νανοτεχνολογία, πληροφορική κ.ά).

Το κλάστερ μαρτυρά επιπλέον την αντικειμενική ανάγκη για κοινωνικό σχεδιασμό της παραγωγής, που όμως καταστέλλεται από τον ανταγωνισμό, ο οποίος παίρνει νέα ένταση την ίδια στιγμή που σε πολλές πλευρές του αναιρείται από την ανάγκη συνεργασίας. Οι νεολογισμοί «coopetition» από τις λέξεις cooperation (συνεργασία) και competition (ανταγωνισμός) και «frenemy» από τις λέξεις friend (φίλος) και «enemy» (εχθρός), έρχονται να δηλώσουν αυτήν ακριβώς την ενότητα αντιθέσεων.

Το κλάστερ, δεν παράγει απλώς σε μαζική κλίμακα την εργατική τάξη, αλλά παράγει και μία εργατική τάξη που τείνει να εξοβελίσει πλήρως την αστική τάξη ακόμη και από την πνευματική εργασία. Η αστική τάξη περιορίζεται πλέον στον σκληρό πυρήνα της λειτουργίας της: στην άντληση των κερδών, στο σχεδιασμό της πολιτικής καθυπόταξης των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας, στη διοίκηση επιχειρήσεων στα ανώτερα επίπεδα της διοικητικής μηχανής και φυσικά στον τζόγο.

Η εργατική τάξη τείνει να αναλάβει όλη τη διαδικασία παραγωγής, από τη σύλληψη και την ανάπτυξη του προϊόντος μέχρι την τελική παρασκευή και διάθεσή του στην αγορά. Παίρνει αντικειμενικά μέρος στο σχεδιασμό της διαδικασίας  παραγωγής και φυσικά στην εκτέλεσή της. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί βεβαίως μία ανώτερη αντικειμενική βάση για ένωση της εργατικής τάξης, καθώς δημιουργείται πρωτοφανής δυνατότητα υπέρβασης του καταμερισμού εργασίας. Μία βασική αντίφαση του κεφαλαίου, όμως είναι να αδυνατεί, λόγω του ανταγωνισμού, να διαχύσει σε ολόκληρη την κοινωνία τα πλεονεκτήματα που παράγονται από την βελτίωση της παραγωγικής διαδικασίας. Το κλάστερ δεν μπορεί να υπερβεί τις καπιταλιστικές αντιθέσεις, αλλά τις ανεβάζει όλες σε ανώτατο επίπεδο.

Ενώ λοιπόν υπάρχουν ανώτερες δυνατότητες ένωσης της εργατικής τάξης, ταυτόχρονα μεγαλώνει η απόσταση μεταξύ διαφορετικών εργατικών στρωμάτων, γεγονός που συνεπάγεται πρόσθετα καθήκοντα και στρατηγική υπέρβασης αυτών των δυσκολιών από από μία σύγχρονη κομμουνιστική πρωτοπορία.

Πριν, 22/12/2013

Κλάστερ, μέρος Β’

Νικήτας Γεράνης, Κώστας Μάρκου, Θοδωρής Μουγιάκος

Το επιχειρηματικό κράτος

Η οικονομολόγος  και καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο του Σάσεξ, Μαριάνα Ματζουκάτο, στο βιβλίο της «Το επιχειρηματικό κράτος», που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες, (Mariana Mazzucato, The Entepreneurial State, Demos, London, 2011) σημειώνει ότι το κλίμα καινοτομίας και δημιουργικότητας της Σίλικον Βάλεϊ, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην άμεση δραστηριοποίηση του αμερικανικού κράτους στους τομείς της επικοινωνίας και της πληροφορικής.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ίδρυση της υπηρεσίας προηγμένων ερευνών «DARPA». Πρόκειται για μία υπηρεσία του στρατού, που συγκροτούσε και χρηματοδοτούσε ερευνητικά προγράμματα τόσο για στρατιωτικούς σκοπούς όσο και για εμπορικούς. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, η DARPA συνέβαλε καθοριστικά την εξέλιξη στον τομέα της πληροφορικής στη Σίλικον Βάλεϊ, και η δραστηριότητά της στην περιοχή [όπως και σε άλλες] συνεχίζεται συστηματικά μέχρι σήμερα. Η διασύνδεσή της υπηρεσίας αυτής με τις εταιρίες της Σίλικον Βάλεϊ φαίνεται και από την θορυβώδη μεταγραφή της επικεφαλής της DARPA Regina Dugan στη Google το 2012.

Η ιστορία της DARPA στη Σίλικον Βάλεϊ έχει εντυπωσιακούς σταθμούς: Το 1971, με τη στήριξη μεγάλου αριθμού ερευνητών της DARPA, το ερευνητικό εργαστήριο Xerox PARC δημιουργεί το πρώτο γραφικό περιβάλλον για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στο οποίο οφείλουν τη σύλληψή τους τα γνωστά μας Windows, καθώς και το πρώτο Mac. Το 1998, δύο φοιτητές του Στάνφορντ, οι Sergey Brin and Larry Page, δημοσιεύουν μία εργασία στην οποία περιγράφουν μία πρότυπη μηχανή αναζήτησης, το Google. Η εργασία τους, που οδήγησε στην ίδρυση του σημερινού κολοσσού του ίντερνετ χρηματοδοτήθηκε από την DARPA, τη NASA και το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών (National Science Foundation). To 2004, η DARPA υπογράφει συμβόλαιο 40 εκ. δολαρίων με τη Nanosolar, μία εταιρία της Σίλικον Βάλεϊ που φτιάχνει ηλιακά πάνελ με νανοτεχνολογία, τα οποία είναι πολύ λεπτά και αποδοτικά, και μπορούν ακόμη και να εκτυπώνονται.

Στην καρδιά της Ευρώπης, στη Γερμανία, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση σκοπεύει να διοχετεύσει σε χρονικό διάστημα μίας πενταετίας 600 εκ. ευρώ σε 15 επιλεγμένα κλάστερ σε κλάδους από τη βιοτεχνολογίας μέχρι την τεχνολογία αεροσκαφών, για έρευνα και ανάπτυξη. «Το γεφύρωμα της απόστασης μεταξύ επιστήμης και οικονομίας ανήκει στον πυρήνα της στρατηγικής υψηλής τεχνολογίας της Γερμανίας», διαβάζουμε στην αναφορά για την Έρευνα και Καινοτομία του γερμανικού υπουργείου Εκπαίδευσης και Έρευνας του 2012. Αυτή η πολιτική έχει ξεκινήσει από τη δεκαετία του ’90, όταν η γερμανική κυβέρνηση πραγματοποίησε μία στροφή στην πολιτική έρευνας και ανάπτυξης προς τη στοχευμένη διοχεύτεση κρατικής στήριξης για έρευνα σε κλάστερ. Και αυτό χωρίς να συμπεριλάβουμε τα πολυπληθή πανεπιστημιακά και κρατικά ερευνητικά κέντρα που λειτουργούν στα διάφορα κλάστερ και πραγματοποιούν στρατηγικής σημασίας βασική, αλλά και εφαρμοσμένη έρευνα προς εκμετάλλευση από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Όπως εξηγεί η Mazzucato, Ο ιδιωτικός τομέας σε γενικές γραμμές επενδύει στην ανάπτυξη προϊόντων με χρονικό oρίζοντα τριών με πέντε χρόνων, ώστε να μπορεί να κάνει απόσβεση της επένδυσης. Από την άλλη όμως οι τεχνολογικές απαιτήσεις της παραγωγής στη σύγχρονη εποχή μπορούν να ικανοποιηθούν μόνο με έρευνα που πολλές φορές ξεπερνάει τον ορίζοντα δεκαετίας. Επιπλέον, απαιτείται ένα περιβάλλον καινοτομίας στο οποίο να μπορούν να κυνηγηθούν «τρελές» ιδέες με αβέβαιο εμπορικό αποτέλεσμα, χωρίς τον φόβο της αποτυχίας. Προϋποθέσεις που μόνο το κράτος μπορεί να καλύψει, καθώς διαθέτει χρήματα των φορολογουμένων και δεν περιορίζεται από την ανάγκη παραγωγής κέρδους. Το κράτος γίνεται επιχειρηματικό καθώς εμπλέκεται άμεσα στην παραγωγική διαδικασία, συμμετέχοντας καθοριστικά στην ανάπτυξη εμπορευμάτων για λογαριασμό των καπιταλιστικών επιχειρήσεων.

Ειδική πλευρά του κλάστερ είναι η αξιοποίηση και υποταγή του περιφερειακού ή «τοπικού κράτους». Όπως γράφουν οι Ντέτλεφ Χάρτμαν και Γκέραλντ Γκέπερτ στο βιβλίο τους «Κλάστερ, το νέο Στάδιο του Καπιταλισμού», αναλύοντας το κλάστερ της Φολκσβάγκεν στο Βόλφσμπουργκ, το κλάστερ αυτό δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της κρίσης της παγκόσμιας και ειδικά της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας στις αρχές της δεκαετίας του ’90 (χαρακτηριστικά αναφέρουν ότι το ποσοστό κέρδους του κλάδου από την καθαρή πώληση αυτοκινήτων, την τελευταία 20ετία, έπεσε από το 20% στο 5%, ενώ τα κέρδη των ομίλων της προέρχονταν κυρίως από χρηματιστικές δραστηριότητες). Η Φόλκσβάγκεν, σε συνεργασία με την πολυεθνική παραγωγής ατσαλιού Ζαλτσγκίτερ ΑΕ (Salzgitter AG, πρώην Preussag AG), δημιούργησαν το κλάστερ SON (Suedoest Niedersachsen), δηλαδή της Νοτιοανατολικής Κάτω Σαξωνίας, σε συνεργασία με την τοπική Περιφέρεια (μέλος της διοίκησης του οποίου ήταν ο Σρέντερ και δραστήριος οργανωτής ο Χάρτς, ο οποίος συνέδεσε το όνομά του με την κατεδάφιση του γερμανικού κράτους–πρόνοιας), .

Στο βιβλίο τους αντλούν τα εξής συμπεράσματα: Η ανάπτυξη του Κλάστερ της Φολκσβάγκεν στο Βόλφσμπουργκ εκπροσωπεί την «επανίδρυση της περιοχής» με μια «διαδικασία μοντερνοποίησης» η οποία «αγκαλιάζει  ολόκληρες τις κοινωνικοκοοιονομικές σχέσεις και πηγές». «Η μετάδοση των μεθόδων επιχειρηματικής διεύθυνσης στις Περιφέρειες και τους ανθρώπους της», και «η υποταγή ενός μέρους του πληθυσμού σε μια περιφερειακή ’’διαδικασία ποιότητας’’», αντίγραφο των επιχειρήσεων, αποτελούν τον πυρήνα της πολιτικής των κλάστερ. Αξίζει εδώ να αναφερθεί η γενίκευση των συμπερασμάτων τους: «Το κλάστερ φαίνεται να είναι το εργαστήριο για το επόμενο στάδιο αύξησης της κοινωνικής παραγωγικότητας και κυρίως για μια νέα πολιτική μορφή, η οποία, σε πρώτη προσέγγιση, μπαίνει στη θέση της καπιταλιστικής απορρύθμισης στον 20ο αιώνα που φεύγει».

Συνεργασία μεταξύ ανταγωνιζόμενων και παραπληρωματικών εταιριών.

«Σκοπός των κλάστερ ανταγωνιστικότητας», τονίζεται στον εξειδικευμένο ιστότοπο του γαλλικού υπουργείου Οικονομίας για την προώθηση των κλάστερ. [http://competitivite.gouv.fr/], «είναι η επένδυση σε συνέργειες και συνεργατικά σχέδια που θα δώσουν στις συμβαλλόμενες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να γίνουν πρώτες στον τομέα τους, τόσο στη Γαλλία όσο και διεθνώς».

Στο κλάστερ χημείας του Ρότερνταμ παρατηρείται μία σύμπλεξη μεταξύ πολυεθνικών ή οποία θα ήταν αδύνατη έξω από το πλαίσιο συγκρότησης του κλάστερ:

Η εταιρία Akzo Nobel προμηθεύει την ιαπωνική πολυεθνική Shin-Etsu με χλώριο για την παρασκευή αιθυλενοδιχλωριδίου (EDC), μονομερούς βινυλοχλωριδίου (VCM) και πολυβινυλοχλωριδίου (PVC). Οι μονάδες παρασκευής των δύο εταιριών συνδέονται με πολυπύρηνους αγωγούς – ένα σύστημα αγωγών που έχει κατασκευάσει η αρχή του λιμανιού του Ρόντερνταμ (τοπικό κράτος) και το νοικιάζει σε όλους τους συμμετέχοντες στο κλάστερ.

Η Akzo Nobel προμηθεύει με χλώριο και μία άλλη πολυεθνική, τη Huntsman, η οποία το χρησιμοποιεί για την παρασκευή MDI. Το χλώριο που χρησιμοποιεί η Huntsman επιστρέφει στην Akzo Nobel με τη μορφή αερίου υδροχλωρικού οξέως, το οποίο με τη σειρά του χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη για την παραγωγή EDC/VMC από την ιαπωνική Shin-Etsu. Με αυτόν τον τρόπο, το χλώριο χρησιμοποιείται δύο φορές.

Μέσω αγωγών, η Akzo Nobel προμηθεύει με χλώριο δύο άλλες πολυεθνικές, την Hexion, για την παραγωγή επιχλωρυδρίνης και την Tronox, για την παραγωγή διοξειδίου του τιτανίου.

Οι πέντε αυτές εταιρίες έχουν συγκροτήσει ένα σύστημα ολοκλήρωσης της παραγωγής που επιτρέπει μεγάλη αποδοτικότητα στην αξιοποίηση των πρώτων υλών και των διαδικασιών στην αλυσίδα παραγωγής.

Ανάλογη στενότατη συνεργασία παρατηρείται και μεταξύ των προμηθευτών:

To 2003, δύο εταιρίες του κλάστερ ChemSite (Ρηνανία / Ρουρ), η Bayer και η Degussa, αποφάσισαν να δημιουργήσουν μία κοινή διαδικασία προμήθειας υπηρεσιών logistics που ονομάστηκε ComLog. To 2007 προστέθηκε άλλη μία εταιρία από το κλάστερ, η Lanxess. Στη συνέχεια, η ComLog προχώρησε σε στρατηγική συνεργασία με την εταιρία σιδηροδρόμων Railion, για την παροχή εξειδικευμένων και εξατομικευμένων υπηρεσιών μεταφοράς μέσω σιδηροδρόμου για τα προϊόντα των εταιριών που συνεργάζονται στην ComLog. [πηγή: A Paradigm Shift : Supply Chain Collaboration and Competition in and between Europe’s Chemical Clusters. Results of the EPCA Think Tank Sessions organized and sponsored by European Petrochemical Association (2007).]

Πριν, 15/12/2013

Κλάστερ, μέρος Α’

Tα μονοπώλια του ολοκληρωτικού καπιταλισμού

Νικήτας Γεράνης, Κώστας Μάρκου, Θοδωρής Μουγιάκος
 

Τα κλάστερ εμφανίστηκαν αρχικά στη δεκαετία του ’50, άρχισαν να παίζουν ηγεμονικό ρόλο στη δεκαετία του ’70, στις ΗΠΑ, και γνώρισαν μεγάλη επέκταση στη δεκαετία του ’90. Από τότε και σταδιακά, ο όρος «business cluster» εισβάλλει και στην ορολογία της πολιτικής οικονομίας. Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί ως «επιχειρηματική συστάδα». Εμείς θα προτιμήσουμε τη μεταφορά στα ελληνικά της λέξης κλάστερ. Σήμερα, τα μεγαλύτερα 250 κλάστερ σε ΕΕ, ΗΠΑ και Ασία, καθορίζουν αποφασιστικά τη δυναμική της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η δύναμή τους είναι πολύ ανώτερη ακόμη και από μεγάλα κράτη, με κύκλο εργασιών εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Τα κλάστερ αποτελούν, πλέον, χαρακτηριστικό γνώρισμα του σταδίου του ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Το 1990, ο νεοφιλελεύθερος καθηγητής του Χάρβαρντ, Μάικλ Πόρτερ, στο έργο σταθμό για την ανάλυση των κλάστερ, που δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά (The Competitive Advantage of Nations, εκδ. Free Press, New York, 1990, 1998, Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των Εθνών), ορίζει το κλάστερ ως «γεωγραφική συγκέντρωση διασυνδεδεμένων επιχειρήσεων, εξειδικευμένων προμηθευτών, παρόχων υπηρεσιών και σχετιζόμενων ιδρυμάτων ενός βιομηχανικού κλάδου». Το υπουργείο Βιομηχανίας και Εμπορίου της Μεγάλης Βρετανίας ορίζει τα κλάστερ ως «γεωγραφική συγκέντρωση ανταγωνιζόμενων, συνεργαζόμενων και αλληλοεξαρτώμενων εταιριών και ιδρυμάτων που συνδέονται μεταξύ τους από ένα σύστημα επιχειρηματικών και μη δεσμών».

Σε κάθε περίπτωση στο πλαίσιο του κλάστερ ενοποιούνται οργανικά ανταγωνιστικές και παραπληρωματικές επιχειρήσεις, εκπαιδευτικά ιδρύματα, ερευνητικά κέντρα, κεντρικό και τοπικό κράτος και χρηματοπιστωτικός τομέας σε μία ολοκλήρωση της παραγωγής σε μια παραγωγική αλυσίδα σε έναν ιδιαίτερο βιομηχανικό κλάδο.

Σήμερα, τα κλάστερ θεωρούνται συνώνυμα της υψηλής παραγωγικότητας και της καινοτομίας. Τα υπουργεία Οικονομίας των μεγαλύτερων κρατών έχουν συγκεκριμένες πολιτικές προώθησης των κλάστερ. Η ΕΕ υποστηρίζει τα κλάστερ μέσω διαφόρων προγραμμάτων (Interreg, Innova, European Cluster Observatory). Στην Ελλάδα, την τελευταία δεκαετία και ιδιαίτερα από την κρίση και ύστερα, υπάρχει έντονη προώθηση της συγκρότησης σε κλάστερ του τουριστικού τομέα και του αγροτοδιατροφικού τομέα, ενώ έχει συγκροτηθεί και το κλάστερ υψηλής τεχνολογίας Corallia με κέντρο το πανεπιστήμιο της Πάτρας. Το πρώτο μνημόνιο αναφέρεται ρητά στην προώθησή τους.

Η συγκρότηση σε κλάστερ δεν είναι η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας σε όλους πλέον τους παραγωγικούς κλάδους στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, από τον πρωτογενή τομέα και τη γεωργία έως τη βιοτεχνολογία, την αυτοκινητοβιομηχανία, την αεροναυπηγική κ.ά. Δυστυχώς, όπως αναφέρουν οι γερμανοί Χάρτμαν και Γκέπερτ, οι αριστεροί οικονομολόγοι και αγωνιστές ελάχιστα έχουν ασχοληθεί με το φαινόμενο αυτό (βλ. «Κλάστερ, το νέο Στάδιο του Καπιταλισμού, D. Hartmann, G. Geppert, εκδ. Assoziation A,  Βερολίνο, 2008, αμετάφραστο). Ας ελπίσουμε το άρθρο αυτό να αποτελέσει κίνητρο για μαρξιστική έρευνα του φαινομένου στην Ελλάδα.

Στην «Κοιλάδα του Πυριτίου», περισσότερο γνωστή ως Silicon Valley, δημιουργήθηκε ένα από τα πρώτα κλάστερ με ολοκληρωμένη μορφή. Πρόκειται για το επονομαζόμενο «κλάστερ της Σίλικον Βάλεϊ». Η Σίλικον Βάλλεϊ είναι μία περιοχή στο νότιο τμήμα της περιοχής του κόλπου του Σαν Φρανσίσκο, σε μία στενή λωρίδα που εκτείνεται από το Σαν Χοσέ  ως το Μπέρκλεϊ. Σήμερα, συγκεντρώνονται σχεδόν όλες οι πολυεθνικές του ευρύτερου βιομηχανικού τομέα της πληροφορικής. Intel, Google, Apple, Amazon, Adobe, Microsoft, Hewlett Packard, Facebook, IBM είναι μόνο μερικές από τις πολυεθνικές που έχουν την έδρα τους στην περιοχή, ενώ οι σημαντικότερες εταιρίες υψηλής τεχνολογίας στον κόσμο, από τη Nokia μέχρι τη Samsung, διατηρούν στη Σίλικον Βάλεϊ κομβικές εγκαταστάσεις. Γύρω από αυτές συγκεντρώνονται χιλιάδες μικρότερες καινοτόμες εταιρίες υψηλής τεχνολογίας. Ένα μεγάλο δίκτυο εξειδικευμένων προμηθευτών συμπληρώνει την παραγωγική αλυσίδα της περιοχής.

Πλάι στις πολυεθνικές αυτές και σε στενή σύνδεση μαζί τους, δραστηριοποιούνται ερευνητικά κέντρα του στρατού και του ναυτικού των ΗΠΑ, καθώς και της NASA. Ένα δίκτυο πανεπιστημίων, με αυτό του Στάνφορντ να κατέχει δεσπόζουσα θέση, συνδέονται στενά με την οικονομική δραστηριότητα της περιοχής. Το Κονσόρτσιουμ Επιστήμης και Καινοτομίας του Κόλπου του Σαν Φρανσίσκο συνενώνει πανεπιστήμια όπως του Στάνφορντ και του Μπέρκλεϊ, επιχειρήσεις όπως η IBM, η Genencor και η Hewlett Packard και κρατικά ερευνητικά κέντρα όπως της NASA, σε ένα συνεργατικό ερευνητικό δίκτυο.

Στην Κοιλάδα του Πυριτίου γεννήθηκε και η βιομηχανία των κεφαλαίων υψηλού ρίσκου (venture capital). Πρόκειται για χρηματοπιστωτικές εταιρίες που παρέχουν σε επίδοξους επιχειρηματίες κεφάλαια για την ίδρυση καινοτόμων εταιριών, με πολύ υψηλές αποδόσεις και όρους που τις περισσότερες φορές τους δίνουν το πάνω χέρι στη νέα εταιρία.

Τέλος, η Πολιτεία της Καλιφόρνια υποστηρίζει ενεργά τη Σίλικον Βάλεϊ με οικονομικά και αναπτυξιακά προγράμματα και υπηρεσίες προώθησης της συνεργασίας και της έρευνας στην περιοχή.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην Κεντρική Ευρώπη, πάνω από το 30% της παγκόσμιας παραγωγής χημικών προϊόντων παράγεται σε τέσσερα γιγάντια κλάστερ: στην Αμβέρσα του Βελγίου, στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας και σε δύο περιοχές του γερμανικού κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας, στο Ρουρ (κλάστερ ChemSite) και στο βόρειο τμήμα του Ρήνου (Κλάστερ ChemCologne).

Σύμφωνα με μελέτη της δεξαμενής σκέψης του «Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Πετροχημικής Βιομηχανίας» που διεξήχθη το 2007, τα τέσσερα αυτά κλάστερ, λόγω του βαθμού ολοκλήρωσης, διασύνδεσης και των ροών προϊόντων μεταξύ τους, συγκροτούν ένα μέγα-κλάστερ, που εκτείνεται σε τέσσερις περιοχές και τρεις χώρες (A Paradigm Shift : Supply Chain Collaboration and Competition in and between Europe’s Chemical Clusters. Results of the EPCA Think Tank Sessions organized and sponsored by EPCA).

Εταιρίες όπως η Bayer, η BP, η BASF, η IDEOS αποτελούν κάποιες από τις πολυεθνικές που διατηρούν εγκαταστάσεις σε ένα ή περισσότερα υποκλάστερ του μέγα-κλάστερ. Ένα πολύπλοκο δίκτυο αγωγών, αυτοκινητόδρομων και υδάτινων οδών συνδέουν τα τέσσερα κλάστερ και κάνουν δυνατή τη ροή προϊόντων μεταξύ τους. Προϊόντα κάποιων εταιριών αποτελούν πρώτες ύλες για εργοστάσια άλλων εταιριών και κυκλοφορούν μέσω των αγωγών και των διαφόρων συνδέσεων. Ανταγωνιστικές εταιρίες χρησιμοποιούν κοινές εγκαταστάσεις για την παραγωγή των προϊόντων τους για λόγους ορθολογικότερης χρήσης των διαθέσιμων πόρων μέσα στο κλάστερ. Οι προμηθευτές των εταιριών έχουν υψηλή εξειδίκευση στις εταιρίες της χημικής βιομηχανίας και επιδιώκουν τη μεταξύ τους συνεργασία για να καλύψουν από κοινού τις ανάγκες των (κοινών) πελατών τους. Σε όλες τις περιπτώσεις, η ορθολογική χρήση των διαθέσιμων πόρων (γη, εγκαταστάσεις) μέσα στο κλάστερ και άρα η υπέρβαση του κατακερματισμού είναι το κίνητρο για συνεργασία μεταξύ ανταγωνιστών. Από τη μελέτη που προαναφέραμε προκύπτει ως βασική ανάγκη η συστηματικότερη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των παραγωγών και των προμηθευτών ώστε να είναι εφικτό να σχεδιάζεται αποδοτικότερα η συνολική παραγωγή του κλάστερ.

Και εδώ, οργανική είναι η σύνδεση με πανεπιστήμια και εκπαιδευτικά ιδρύματα, αλλά και με το κράτος. Στα κλάστερ που συγκροτούν το μέγα κλάστερ, το τοπικό κράτος αλλά και η ΕΕ παίζει σημαντικό ρόλο στο συντονισμό και την προώθηση του κλάστερ προς τα έξω για την προσέλκυση νέων επενδύσεων. Για παράδειγμα, το κλάστερ της περιοχής του Ρουρ στη Γερμανία έχει συγκροτήσει από το 1997, το ChemSite: «μία “σύμπραξη δημόσιου-ιδιωτικού τομέα” συγκροτήθηκε από κοινού με εταίρους από τη χημική βιομηχανία, το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας – Βεσφαλίας, τις κοινότητες της περιοχής, την πολιτική αρχή του Μίνστερ καθώς και από εταίρους από την πολιτική, την οικονομία και δημόσιες αρχές» (ό.π.). Ανάλογη πρωτοβουλία έχει συγκροτηθεί και στην περιοχή του Ρήνου, ενώ στα λιμάνια της Αμβέρσας και του Ρότερνταμ, οι αρχές των λιμανιών παίζουν το ρόλο της εκπροσώπησης και του συντονισμού του κλάστερ.

Στον δικτυακό τόπο της ChemSite διαβάζουμε επιπλέον: «Σχολείο και επιχείρηση μεταδίδουν από κοινού τα εφόδια για την επαγγελματική επιλογή. Ο σκοπός είναι πάντα η προσαρμογή της εκπαίδευσης στις ανάγκες της επιχείρησης και η εκπαίδευση σε συνδυασμό με πρακτική άσκηση». Και παρακάτω: «Η Βόρεια Ρηνανία- Βεστφαλία έχει το πιο στενά διασυνδεδεμένο δίκτυο πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων στην Ευρώπη. Αυτό το περιβάλλον είναι κατάλληλο για έρευνα προσαρμοσμένη στην εφαρμογή, σε συνεργασία με επιστημονικά ιδρύματα και νέες επιχειρήσεις».

Ανάμεσα στα πολλαπλά χαρακτηριστικά του κλάστερ θα ξεχωρίσουμε τα παρακάτω: Πρώτο, την έμφαση στην διαρκή αύξηση της παραγωγικότητας μέσω της εκμετάλλευσης από την πλευρά των επιχειρήσεων εξωγενών προς αυτές παραγόντων. Δεύτερο, την επιστημονικοποίηση της παραγωγής και την επιχειρηματικοποίηση της εκπαίδευσης. Τρίτο, την τάση για υπέρβαση της αντίθεσης δημόσιου-ιδιωτικού με το κράτος να γίνεται επιχειρηματικό. Τέταρτο, την οργανική συνεργασία μεταξύ ανταγωνιστικών εταιριών και παραπληρωματικών επιχειρήσεων στην άμεση διαδικασία της παραγωγής. Πέμπτο, την τάση για κεντρικό σχεδιασμό της παραγωγής. Έκτο, την τάση για χρηματιστικοποίηση της παραγωγής και το αντίστροφο.

Στην καρδιά του κλάστερ είναι το ζήτημα της παραγωγικότητας και της καινοτομίας, της λεγόμενης αλυσίδας αξίας (value chain). Ο Πόρτερ, το 1990, στο προαναφερθέν βιβλίο του, βάζει στο κέντρο της ανάλυσης την παραγωγικότητα, την οποία ορίζει ως την αξία που παράγεται από μία μονάδα εργασίας ή κεφαλαίου. Όσο μεγαλύτερη είναι η αξία που παράγεται από την ίδια ποσότητα εργασίας ή κεφαλαίου, τόσο μεγαλύτερη η παραγωγικότητα. Κατά τον Πόρτερ, ο πιο σημαντικός παράγοντας παραγωγικότητας είναι η διαρκής καινοτομία, τόσο στα χαρακτηριστικά και την ποιότητα των προϊόντων, όσο και στη διαδικασία της παραγωγής. Προκειμένου, μία επιχείρηση να είναι καινοτόμα, θα πρέπει να εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά παράγοντες που βρίσκονται εκτός της ίδιας της επιχείρησης. Τέτοιοι παράγοντες είναι το επίπεδο της επιστήμης και η δυνατότητα εμπορικής αξιοποίησής της, η ανταλλαγή εμπειρίας αλλά και η συνεργασία μεταξύ ανταγωνιστικών εταιριών, η δημιουργία διαύλων επικοινωνίας και ανατροφοδότησης με τους πελάτες, η στενή συνεργασία με τους προμηθευτές, αλλά και η δυνατότητα εύκολης μετατροπής μίας ιδέας σε επιχείρηση και επιτυχημένο εμπόρευμα. Από ένα τέτοιο σύστημα σύμπλεξης και συνεργασίας  μεταξύ όλων των εμπλεκομένων στην παραγωγική αλυσίδα, προκύπτει και ο συνολικός εξορθολογισμός της τελευταίας, γεγονός που συνεπάγεται τη συνολική αύξηση της παραγωγικότητας. Προκύπτει όμως και ένας τεράστιος όγκος νέων γνώσεων και ιδεών για τη βελτίωση της παραγωγής σε όλα τα επίπεδα.

Ο Μαρξ έβλεπε πάντα την παραγωγικότητα ως συνάρτηση παραγόντων κοινωνικής κλίμακας, που ο ανταγωνισμός των μεμονωμένων κεφαλαιοκρατών δεν επιτρέπει να αναπτυχθούν στο επίπεδο των κοινωνικών δυνατοτήτων. Η παραγωγικότητα της εργασίας, έγραφε στο Κεφάλαιο, καθορίζεται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ άλλων, από το μέσο όρο εντατικότητας της εργασίας, το επίπεδο ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογικής της εφαρμοσιμότητας, τον κοινωνικό συνδυασμό της διαδικασίας παραγωγής, το εύρος και την αποδοτικότητα της διαδικασίας παραγωγής και από φυσικούς παράγοντες.

Ο Λένιν, στο κορυφαίο έργο του, «Ιμπεριαλισμός, Ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», παρατηρεί πολύ εύστοχα ότι (στο στάδιο του ιμπεριαλισμού) καθώς ο ελεύθερος ανταγωνισμός μετασχηματίζεται σε μονοπώλιο με συνέπεια την «τεράστια πρόοδο στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής», η διαδικασία καινοτομίας και τεχνικής βελτίωσης  κοινωνικοποιείται.

Στο πλαίσιο του κλάστερ η τεχνική πρόοδος έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο που να κάνει το τελικό στάδιο της παραγωγής σχεδόν άνευ σημασίας, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους στις διαδικασίες επιστημονικού σχεδιασμού τόσο των νέων εξελιγμένων προϊόντων, όσο και των διαδικασιών παραγωγής τους.

Επιστημονική επιχείρηση και επιχειρηματικό πανεπιστήμιο

Στο πλαίσιο του κλάστερ, ζητούμενο δεν είναι πλέον η αποδοτικότερη εκμετάλλευση των επιτευγμάτων της επιστήμης στην παραγωγή, αλλά η ενσωμάτωση της επιστήμης στην άμεση παραγωγική διαδικασία.

Ο Γκόρντον Μουρ, συνιδρυτής της Intel και πριν από αυτήν εταιριών που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του κλάστερ της κοιλάδας της Σιλικόνης, στο κείμενο του «Learning the Silicon Valley Way» [«Μαθαίνοντας με τον τρόπο της Σίλικον Βάλεϊ», στη συλλογή κειμένων «Building High-Tech Clusters», επιμέλεια των Timothy Bresnahan και Alfonso Gambardella (Cambridge University Press, 2004)], περιγράφει το μετασχηματισμό αυτόν ως εξής: Μία εταιρία υψηλής τεχνολογίας «διαφέρει ριζικά τόσο από το πανεπιστημιακό εργαστήριο όσο και από τα εργοστάσια τυποποιημένης παραγωγής και παρασκευής προϊόντων». Περιγράφει ένα νέο τύπο επιστήμονα-επιχειρηματία, τον «τεχνολόγο-μάνατζερ», ο οποίος κατέχει τόσο τεχνική διορατικότητα όσο και επιχειρηματική ικανότητα, του οποίου η δουλειά συνίσταται στο να «μετατρέπει την επιστήμη σε βιώσιμες επιχειρήσεις». Και συνεχίζει: «Στο πλαίσιο μίας καλά δομημένης εταιρίας τεχνολογίας, ο τεχνολόγος-μάνατζερ έπρεπε να μάθει να καθοδηγεί την καινοτομία έχοντας κατανόηση τόσο των εμπορικών όσο και των τεχνολογικών στόχων. Αυτοί οι μάνατζερ έπρεπε κατ’ αρχάς να είναι επιστήμονες με βαθιά κατανόηση του αντικειμένου. Οι απαιτήσεις όμως της εταιρίας σημαίνει ότι η γενικότητα που είναι τυπική του πανεπιστημιακού εργαστηρίου είναι βαθιά μη αποδοτική. Αυτοί οι μάνατζερ-τεχνολόγοι πρέπει να είναι ικανοί να επινοήσουν το συντομότερο μονοπάτι προς μία λειτουργική ανακάλυψη». Και λίγο παρακάτω: «Ο (καθαρός) επιστήμονας αναζητά νέα γνώση – μία καλύτερη ή πιο ολοκληρωμένη εικόνα των περιεχομένων του σύμπαντος. Ο μηχανικός από την άλλη, επιδιώκει την επίτευξη ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος, μία νέα δομή ή ηλεκτρονική συσκευή για παράδειγμα». Και τέλος: «Το χτίσιμο μίας εταιρίας γύρω από τη νέα τεχνολογία των ημιαγωγών σήμαινε να δημιουργούμε και να διατηρούμε τη γνώση που μας έδινε τη δυνατότητα να παράξουμε χρήσιμα επικερδή αντικείμενα» (οι μεταφράσεις δικές μας).

Η Intel , ως μία από τις πρώτες εταιρίες που εφάρμοσε στην πράξη τη σύμφυση επιστήμης παραγωγής,  οδηγήθηκε σε δύο χαρακτηριστικούς, για τη συγκρότηση των κλάστερ, μετασχηματισμούς.

Κατά πρώτον, επικεντρώθηκε στον παραγωγικό τομέα στον οποίο ήταν πιο παραγωγική και καινοτόμα: στους μικροεπεξεργαστές. Όλα τα άλλα τμήματα της εταιρίας τα «πέταξε» έξω από την οργάνωσή της. Μερικά από αυτά έγιναν αυτοτελείς επιχειρήσεις και μετατράπηκαν σε προμηθευτές της Intel με μεγάλη εξειδίκευση. Με τον τρόπο αυτό, αντί να παράγει η ίδια τις δευτερεύουσες υπηρεσίες και προϊόντα που χρειαζόταν με χαμηλή παραγωγικότητα και επιπλέον με κόστος για την παραγωγικότητα στο κύριο προϊόν της, επικεντρώθηκε στη βελτιστοποίηση της παραγωγής του κύριου προϊόντος της και αγόρασε από εξωτερικούς προμηθευτές που παρήγαν με αυξημένη παραγωγικότητα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που χρειαζόταν. Το μοντέλο αυτό βελτιώνει συνολικά την παραγωγικότητα της εταιρίας.

Δεύτερον, οι επιστήμονες-μάνατζερ της Intel παρατήρησαν ότι όσο περισσότερο τελειοποιούνταν τεχνικά ο παραγωγικός βραχίονας της εταιρίας, τόσο δυσκολότερο γινόταν να δεχτεί νέες μεθόδους και καινοτομίες από το τμήμα έρευνας και ανάπτυξης (τα περίφημα Research & Development Departments  των πολυεθνικών μονοπωλίων). Επειδή όμως ζητούμενο δεν είναι η τελειοποίηση μίας διαδικασίας παραγωγής, αλλά η δυνατότητα διαρκούς αλλαγής της και η προσαρμογή της σε νέες μεθόδους, οι επιστήμονες-μάνατζερ της εταιρίας αποφάσισαν να μεταφέρουν την επιστημονική δουλειά μέσα στο εργοστάσιο, καταργώντας το ξεχωριστό εργαστήριο έρευνας και ανάπτυξης.

Στο ίδιο πλαίσιο, αν από την ερευνητική δουλειά της εταιρίας προέκυπταν ιδέες ή καινοτομίες που όμως δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν από την εταιρία, είτε γιατί ήταν  εκτός του αντικειμένου εξειδίκευσής της, είτε γιατί η οργάνωσή της δεν το επέτρεπε, η ομάδα που συλλάμβανε την ιδέα συχνά αποσχιζόταν (με ή παρά τη θέληση της μητέρας-εταιρίας) σε αυτοτελή εταιρία προκειμένου να αφιερωθεί στο μετασχηματισμό της νέας ανακάλυψης σε επικερδές αντικείμενο – χωρίς να απομακρύνεται βεβαίως από τον αστερισμό του κλάστερ.

Η μεταφορά της επιστήμης στην παραγωγή όμως δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την στροφή του πανεπιστημίου στην παραγωγή. Όπως σημειώνει ο Γκόρντον Μουρ στο προαναφερθέν κείμενο, το πανεπιστήμιο του Στάνφορντ ενθάρρυνε τους αποφοίτους του να γίνονται επιχειρηματίες. Μάλιστα είχε δημιουργήσει προγράμματα συνεργασίας που σκοπό είχαν να φέρουν επιχειρηματίες μέσα στο πανεπιστήμιο για την ανταλλαγή εμπειρίας και γνώσεων. Από πολύ νωρίς, ήδη από τη δεκαετία του ΄60, μεταξύ άλλων και λόγω του ψυχρού πολέμου, το πανεπιστήμιο του Στάνφορντ προσανατολίστηκε στην παραγωγή επιστημόνων με σκοπό την επιχειρηματική τους επιτυχία. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Τζέιμς Γκίμπονς, από το 1988, οι εταιρίες της Σίλικον Βάλεϊ που είχαν σχηματιστεί από αποφοίτους ή ερευνητικά προγράμματα του Στάνφορντ παρήγαν πάνω από το μισό εισόδημα της Σίλικον Βάλεϊ (James Gibbons (2000). “The Role of Stanford University: A Dean’s Reflections”).

Αλλά και στην ερευνητική δραστηριότητα, μπορεί κανείς να βρει τα ίχνη του Στάνφορντ σε όλες τις καινοτομίες που έφεραν την επανάσταση της πληροφορικής στην κοιλάδα της Σιλικόνης. Ο Γκίμπονς σημειώνει ότι παρόλο που το μεγαλύτερο μέρος της τεχνολογίας των ημιαγωγών (τεχνολογία που οδήγησε στους μικροεπεξεργαστές) δημιουργήθηκε από την ίδια τη βιομηχανία, σημαντικές τεχνολογίες χημικής μηχανικής και της επιστήμης των υλικών είχαν αναπτυχθεί από το Στάνφορντ. O Γκόρντον Μουρ κάνει επίσης αναφορά στο κείμενο του ιστορικού του Στάνφορντ Νάθαν Ρόζενμπεργκ με τίτλο «How Exogenous is Science» (1982), στο οποίο αναφέρεται ότι «κάποια πανεπιστήμια είναι παραγωγοί τεχνολογικής γνώσης που δεν απέχει πολύ από τη δυνάμει εμπορευματικοποίησή της».

Πριν, 1/12/2013

Στιβ Τζομπς, ο άνθρωπος που άλλαξε στο σύστημα πολλά

Κάποιοι τον είπαν Αινστάιν και Έντισον της εποχής μας. Άλλοι, ανάμεσά τους ο αμερικανός Πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα, είπαν πως άλλαξε τον κόσμο προς το καλύτερο. Η σύγκριση με τον Άινστάιν και τον Έντισον είναι καθαρή κουταμάρα και μαρτυρά απλώς την περίοπτη θέση που δίνει στον Επιχειρηματία με «Ε» κεφαλαίο το χρεοκοπημένο αξιακό σύστημα ενός παραπαίοντος καπιταλισμού – εκτός από τη βλακώδη άγνοια των φορέων αυτού του αξιακού συστήματος. Η πεποίθηση ότι ο Τζομπς άλλαξε τον κόσμο προς το καλύτερο αποδίδει τιμή σε έναν άνθρωπο που βρήκε διόδους για τον καπιταλισμό να βγάζει κέρδη από μία τεχνολογία -την πληροφορική- που μπορεί να πραγματοποιήσει τις πραγματικές της δυνατότητες μόνο σε ένα περιβάλλον χωρίς ατομική ιδιοκτησία, χρήμα και ατομικά κέρδη.

Η ουσιώδης διαφορά του Τζομπς με τον Άινστάιν και τον Έντισον, που κάνει αδύνατη κάθε περαιτέρω σύγκριση, έχει να κάνει όχι απλώς με την προσωπικότητα και το έργο τους, αλλά με την εποχή τους. Στην εποχή των δεύτερων, οι μεγάλες επιστημονικές και τεχνολογικές ανακαλύψεις και πρόοδοι γίνονταν από προσωπικότητες. Στην εποχή του Τζομπς, αντίθετα, γίνονται από συλλογικότητες. Το κλειδί για την κατανόηση του Τζομπς βρίσκεται σε αυτήν ακριβώς τη διάσταση.

Ο Τζομπς είναι γέννημα ίσως του πρώτου κλάστερ της νεότατης εποχής του καπιταλισμού. Η Σίλικον Βάλει είναι ταυτόχρονα ακραία εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και ανώτερη μορφή οργάνωσης της παραγωγής στην οποία συμφύεται η τεχνολογία, η καινοτομία, η επιστήμη (πανεπιστημιακά ιδρύματα), η παραγωγή και το τοπικό κράτος. Στο περιβάλλον αυτό οι καινοτόμες ιδέες προκύπτουν από την αλληλεπίδραση όλων των μετεχόντων, από τους καθηγητές πανεπιστημίων μέχρι τους φοιτητές και όλους τους εργαζόμενους, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ολοκληρωτικής αξιοποίησης και εκμετάλλευσης της σύγχρονης υψηλής μόρφωσης και δεξιότητας εργατικής δύναμης.

Στην πραγματικότητα δεν είναι ο Τζομπς που έφτιαξε το iphone. Είναι η Apple, οι εργαζόμενοί της από την αρχή ως το τέλος, η Σίλικον Βάλεϊ, τα ερευνητικά προγράμματα του πανεπιστημίου του Στάνφορντ, οι εργάτες στα εργοστάσια παραγωγής ipad, ipod, iphone και mac στην Κίνα. Ακόμη και στο σχεδιασμό των προϊόντων, θα τολμήσουμε να αμφισβητήσουμε την πρωτοκαθεδρία του Τζομπς. Όχι γιατί ξέρουμε «από τα μέσα» ότι η ιδέα του iphone δεν ήταν του Τζομπς αλλά ενός από τα τμήματα ανάπτυξης της Apple που είχε αναλάβει το έργο να σχεδιάσει ένα τηλέφωνο με οθόνη αφής. Αλλά εξαιτίας της πεποίθησής μας ότι στην εποχή μας, τόσο η σύλληψη όσο και η ανάπτυξη τέτοιων προϊόντων είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης συνεργασίας πολλών ανθρώπων, που υπερβαίνουν ακόμη και το πλαίσιο μιας εταιρίας.

Ο Τζομπς δεν ήταν παρά ένας πολύ καλός μάνατζερ, που ήξερε να συνδυάζει όλες αυτές τις δυνάμεις. Δεν είναι όμως ο μοναδικός τέτοιος, ούτε θα τον θεοποιήσουμε για αυτό. Υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους σε μία διαδικασία την οποία κινεί σε τελική ανάλυση η σημερινή σύνθετη, μορφωμένη, με κεντρικό ρόλο στην παραγωγή εργατική τάξη. Παιδί ενός τέτοιου περιβάλλοντος, ο Στιβ Τζομπς έβαλε πράγματι τη σφραγίδα του, αλλά σε ποια κατεύθυνση;

Η νέα τεχνολογία ανοίγει το δρόμο για έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι συνδέονται σε κοινότητες, στις οποίες συμφύονται η ενημέρωση, η παραγωγή και ανταλλαγή ιδεών, η διάθεση προϊόντων άμεσα από τους παραγωγούς -όταν λέμε παραγωγούς δεν εννοούμε ατομικούς παραγωγούς, αλλά κοινότητες και εταιρίες- χωρίς μεσάζοντες, χωρίς την ανάγκη χρήματος και ατομικής ιδιοκτησίας. Μια κοινωνία αφθονίας που δεν έχει ανάγκη από ιδιοκτησία, εμπόριο, χρήμα, παρά μόνο από κοινότητες που εργάζονται με μόνο κίνητρο και καινοτόμα διάθεση να παράγουν προϊόντα χρήσιμα, που να καλύπτουν ανάγκες και να λύνουν προβλήματα. Ενδεχομένως και σε άμιλλα μεταξύ τους – που καμία σχέση δεν έχει με τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό που πηγάζει από το κυνήγι του κέρδους. Μόνο η ενεργητική συμμετοχή σε αυτές τις κοινότητες που συνεισφέρουν σε αυτό το σύστημα παραγωγής/ενημέρωσης/μόρφωσης μπορεί να αποτελέσει το εισιτήριο στη πρόσβαση των προϊόντων της παραγωγής.

Αυτόν τον κόσμο, αυτή την εγγενή τάση προς την αλλαγή ο Τζομπς την πολέμησε με μεγάλη ευφυΐα. Η προσφορά του έγκειται στο ότι κατάφερε να δαμάσει σε καπιταλιστική κατεύθυνση μέρος αυτής της τάσης, συσκευάζοντας μέρος του περιεχομένου του Ιντερνετ με τρόπο ώστε να μπορεί να πουληθεί. Προσφορά προς το σύστημα, ασφαλώς. Από αυτή την άποψη θα μπορούσε να πει κανείς ότι όντως άλλαξε το σύστημα -όχι τον κόσμο- με τρόπο ώστε αυτό να μπορεί να επιβιώσει στις τάσεις της τεχνολογίας που δημιουργούν προϋποθέσεις για την ανατροπή του. Ή αλλιώς, δεν βοήθησε στην αλλαγή του κόσμου, αλλά στη συντήρησή του.

Κάθε βήμα του καπιταλισμού, όμως, είναι και βήμα προς την οικοδόμηση των όρων ανατροπής του. Ο Τζομπς μας έδωσε προϊόντα και υπηρεσίες που προωθούν την αναγκαιότητα για την υπέρβαση της ατομικής ιδιοκτησίας, καθώς βάζουν το internet στην τσέπη μας – έστω και κουτσουρεμένο, μας το προσφέρουν.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν την Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011.)

τρισδιάστατη επανάσταση στην παραγωγή

Αργά αλλά σταθερά οι τρισδιάστατοι εκτυπωτές πραγματοποιούν μια συγκλονιστικών διαστάσεων τεχνολογική επανάσταση στις παραγωγικές δυνάμεις, που καθιστά εξαιρετικά φθηνό το κόστος κατασκευής όχι μόνο των καθημερινών προϊόντων, αλλά επιπλέον των τροφίμων ακόμη και των κτιρίων. Ως αποτέλεσμα η αγορά χειρωνακτικής εργατικής δύναμης τείνει να εκτοπίζεται από την αγορά πνευματικής εργατικής δύναμης.

Στις τρισδιάστατες εκτυπώσεις το μέλλον

Εκρηκτικές δυνατότητες

«Διαθέτουμε τεχνολογία που μπορεί να φτιάξει πιο πολύπλοκα πράγματα από ό,τι μπορούμε να σχεδιάσουμε». Τα λόγια ανήκουν στον επικεφαλής της Ερευνητικής Ομάδας Προσθετικής Παρασκευής του βρετανικού πανεπιστημίου του Loughborough καθηγητή Richard Hague και αναφέρονται στην τεχνολογία εκτύπωσης… τρισδιάστατων αντικειμένων. Η προσθετική παρασκευή (additive manufacturing), αλλιώς και τρισδιάστατη εκτύπωση, λειτουργεί με την ίδια λογική που λειτουργούν οι σημερινοί εκτυπωτές. Μόνο που στη θέση του μελανιού χρησιμοποιείται ένα υλικό, όπως μέταλλο σε σκόνη ή πλαστικό. Ο εκτυπωτής στερεοποιεί το υλικό σε αλλεπάλληλες στρώσεις μέχρι που προκύπτει ένα πραγματικό τρισδιάστατο αντικείμενο. Η τεχνική μπορεί ήδη να εφαρμοστεί σε οποιοδήποτε καταναλωτικό προϊόν που αποτελείται από ένα υλικό, από κοσμήματα μέχρι έπιπλα. Οι προοπτικές είναι ανεξάντλητες, καθώς μηχανικοί οραματίζονται ήδη την εκτύπωση ολόκληρων… κτηρίων.

Οι εκτυπωτές 3Δέχουν ηλικία τριάντα ετών. Το υπέρογκο κόστος τους, όμως, έκανε απαγορευτική τη χρήση τους για μαζική παραγωγή προϊόντων. Χρησιμοποιούνταν κυρίως για παραγωγή μικρών προτύπων σε κλίμακα, όπως αυτοκινήτων, με σκοπό την πραγματοποίηση δοκιμών πριν την τελική είσοδο του προϊόντος στη γραμμή παραγωγής. Τα τελευταία χρόνια το κόστος των εκτυπωτών έχει πέσει δραματικά ταυτόχρονα με την εκπληκτική διεύρυνση των δυνατοτήτων τους.

Τα προϊόντα που μπορούν να τυπωθούν δεν γνωρίζουν όρια ως προς το σχέδιο, το σχήμα και τη λειτουργικότητά τους. Ο εκτυπωτής μπορεί να τυπώσει οτιδήποτε μπορεί να σχεδιαστεί σε έναν υπολογιστή από ένα πρόγραμμα τρισδιάστατης σχεδίασης. Οι δυνατότητες, όμως, ακόμη και των σημερινών εκτυπωτών είναι κατά πολύ μεγαλύτερες από τις σχεδιαστική δυνατότητα των σημερινών προγραμμάτων!

Δεν είναι μακρυά η εποχή που θα μπορεί κανείς με το πάτημα ενός κουμπιού στον υπάρχοντα υπολογιστή του, να τυπώσει ένα αντικείμενο που δεν μπορεί να κατασκευάσει και το πιο σύγχρονο εργοστάσιο. Δεν απέχουμε πολύ από το να μπορούμε να μπαίνουμε στο διαδίκτυο και να κατεβάζουμε λ.χ. το σχέδιο ενός παπουτσιού, να το επεξεργαζόμαστε, επιλέγοντας μέγεθος, χρώμα, υλικό και ποιος ξέρει τι άλλο. Ίσως να μπορούμε π.χ. να σκανάρουμε το πόδι μας με την κάμερα του κινητού μας και να περνάμε τα δεδομένα αυτά στο σχέδιο του παπουτσιού, με αποτέλεσμα ένα εντελώς εξατομικευμένο προϊόν, το οποίο θα τυπώνουμε στο γραφείο μας ή σε κάποιο τοπικό κέντρο τρισδιάστατης εκτύπωσης.

Θαύμα; Επιστημονική φαντασία; Καθόλου! Υπάρχουν ήδη διαδικτυακοί τόποι που τυπώνουν τις δημιουργίες σας με τη διαδικασία που μόλις περιγράψαμε. Είμαστε μία ανάσα από μία μεγάλη επαναστατική αλλαγή στις παραγωγικές δυνάμεις.

Ούτε θαύμα, ούτε επιστημονική φαντασία

Σε σχέση με τις παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής αντικειμένων η τρισδιάστατη εκτύπωση προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα.

Πρώτα από όλα κάνουν περιττή την παραδοσιακή γραμμή παραγωγής και τις διαδικασίες της, επιτυγχάνοντας δραματική μείωση του κόστους. Έπειτα, ο ίδιος εκτυπωτής 3Δ μπορεί να τυπώσει πολύ διαφορετικά αντικείμενα χωρίς παραμετροποίηση του μηχανήματος για καθένα από αυτά. Αντίθετα, η εργοστασιακή γραμμή παραγωγής μπορεί να παράξει ένα μόνο προϊόν. Για να παράξει ένα ελαφρώς διαφορετικό αντικείμενο απαιτείται πολυδάπανη παραμετροποίηση των μηχανημάτων. Στην τρισδιάστατη εκτύπωση χρησιμοποιείται ακριβώς τόσο υλικό όσο στερεοποιείται στο τελικό προϊόν, με αποτέλεσμα την εξοικονόμηση έως και 90% στην πρώτη ύλη. Στην παραδοσιακή γραμμή παραγωγής, το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης ύλης πετιέται. Όλα αυτά κάνουν την τρισδιάστατη εκτύπωση πολύ πιο οικονομική. Επιπλέον, δεν υπάρχει διαφορά στο κόστος εκτύπωσης ενός αντικειμένου ή πολλών.

Η τρισδιάστατη εκτύπωση επιτρέπει την δημιουργία αντικειμένων κατά πολύ καλύτερων από τα αντίστοιχα που μπορούν να παραχθούν με συμβατικές μεθόδους. Η υπεροχή τους εντοπίζεται τόσο στο σχεδιασμό, όσο και στην ποιότητα του αντικειμένου, άρα και στη λειτουργικότητά του. Οι μορφές και τα σχήματα που μπορούν να τυπωθούν είναι ανεξάντλητα και με δυνατότητα να επιτυγχάνεται εκπληκτική λεπτομέρεια. Σύμφωνα με τον Hague, η τεχνολογία τρισδιάστατης εκτύπωσης δίνει στον σχεδιαστή σχεδόν απεριόριστη ελευθερία. «Σε απαλλάσσει από τους περιορισμούς των παραδοσιακών μεθόδων παρασκευής. Αλλάζει το είδος των προϊόντων που μπορείς να φτιάξεις και τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεις πράγματα. Μπορείς να κάνεις εξαιρετικά πολύπλοκες γεωμετρίες. Είναι σχεδόν τόσο κοντά στο Νιρβάνα όσο μπορείς να φτάσεις» (Jon Excell, Stuart Nathan, The rise of additive manufacturing | In-depth. http://www.theengineer.co.uk).

Μια ιδέα μας δίνει το εργαστήριο καινοτομίας της αεροναυπηγικής εταιρίας EADS -παράγει μεταξύ άλλων τα αεροσκάφη Airbus- όπου η τεχνολογία τρισδιάστατης εκτύπωσης χρησιμοποιείται για την παρασκευή εξαρτημάτων του συστήματος προσγείωσης των αεροσκαφών. Καθώς ο τρισδιάστατος εκτυπωτής μπορεί να εκτυπώσει πολύ πιο περίπλοκα σχήματα και με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια από αυτά που μπορούν να παραχθούν στο εργοστάσιο, η εκτύπωση περιορίζεται στα μέρη του εξαρτήματος που δέχονται το φορτίο. Το αποτέλεσμα είναι ένα εξάρτημα που ζυγίζει λιγότερο από το μισό σε σχέση με το αντίστοιχο που παράγεται με συμβατικές μεθόδους, έχει ακριβώς τη ίδια απόδοση ενώ για την παρασκευή του χρησιμοποιείται 26 φορές λιγότερο υλικό.

Σε έναν άλλο απαιτητικό χώρο, στην παραγωγή τεχνητών οστών, αξιοποιείται η δυνατότητα να επιτυγχάνεται διαφορετική πυκνότητα του υλικού σε διαφορετικά σημεία του ίδιου τεχνητού οστού. Έτσι γίνεται δυνατό να τυπώνονται τεχνητά κόκκαλα με πορώδη επιφάνεια στο σημείο που ενώνονται με το ζωντανό οστό, έτσι ώστε να αναπτύσσεται το οστό μέσα στους πόρους του προθέματος.

Άλλο πλεονέκτημα της τρισδιάστατης εκτύπωσης είναι ότι κάθε αντικείμενο που τυπώνεται μπορεί να είναι διαφοροποιημένο από το προηγούμενο χωρίς έξτρα κόστος – κάτι που θεωρείται αδιανόητο για την μαζική παραγωγή. Έτσι γίνεται δυνατή η κατά εκτύπωση εξατομικευμένων αντικειμένων σε χαμηλό κόστος – δυνατότητα που αξιοποιεί ήδη από σήμερα η ιατρική.

Οι προοπτικές της τεχνικής τρισδιάστατης εκτύπωσης είναι εντυπωσικές, καθώς βρισκόμαστε μόνο στην αρχή. Σε ορίζοντα δεκαετίας αναμένεται να περάσουμε από την εκτύπωση ενός μόνο υλικού στην ταυτόχρονη εκτύπωση πολλών πρώτων υλών. Γίνεται έτσι δυνατή η παραγωγή αντικειμένων αποτελούμενων από διαφορετικά υλικά, διαφορετικών ιδιοτήτων καθώς και η εκτύπωση μέσα στο προϊόν ηλεκτρονικών κυκλωμάτων, οπτικών ινών, ακόμη και αισθητήρων. Γίνεται δυνατή η εκτύπωση ηλεκτρονικών εξαρτημάτων ή και ολόκληρων ηλεκτρονικών συσκευών. Το εργαστήριο καινοτομίας της EADS σκοπεύει λ.χ. στην εκτύπωση ολόκληρων φτερών των αεροσκαφών, διατηρώντας τη λειτουργικότητα τους και τα ηλεκτρονικά τους κυκλώματα και μειώνοντας κατά πολύ το βάρος τους. Αλλά και στην εξέλιξη των ίδιων των εκτυπωτών αναμένονται τρομακτικές βελτιώσεις στην ταχύτητα και την ποιότητα της εκτύπωσης.

Η τεχνική δεν φαίνεται να γνωρίζει όρια ούτε ως προς το μέγεθος του παραγόμενου  αντικειμένου. Στο Κέντρο Τεχνολογιών Ταχείας Αυτοματοποιημένης Παραγωγής του Πανεπιστημίου της Νότιας Καρολίνας χρησιμοποιείται η τεχνική τρισδιάστατης εκτύπωσης σε ένα πρόγραμμα εκτύπωσης ολόκληρων… κτιρίων ή οικισμών. Στο πρόγραμμα πειραματίζονται με οικοδομικά υλικά κατάλληλα για εκτύπωση από έναν γιγαντιαίο εκτυπωτή που μοιάζει με έναν μεγάλο γερανό από τον οποίο κρέμεται ένα ακροφύσιο. Στους τοίχους του οικοδομήματος εκτυπώνονται τα υδραυλικά και τα ηλεκτρικά του κτιρίου. Σκοπός του προγράμματος είναι να μπορεί ένα σπίτι 185 τ.μ. να τυπωθεί σε μία μόλις ημέρα χωρίς σχεδόν καθόλου ανθρώπινη εργασία! Αν το πρόγραμμα -ή άλλα παρόμοια- επιτύχει, θα μιλάμε για μια από τις πιο ουσιαστικές επαναστάσεις στον τομέα των κατασκευών, με συνέπειες στην αρχιτεκτονική των κτιρίων και των πόλεων.

Το ενδεχόμενο εκτύπωσης ακόμη και… φαγητού μπορεί να φαίνεται ακραίο. Ο Πάμπλος Χόλμαν, πρώην χάκερ και νυν εφευρέτης της Ιντελέκτουαλ Βέντουρς, δουλεύει στην ιδέα ενός εκτυπωτή που θα παρασκευάζει ένα γεύμα, «μαγειρεύοντάς» το σταγωνίδιο προς σταγωνίδιο και ελέγχοντας μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή κάθε λεπτομέρεια των θρεπτικών συστατικών του.

Το ερώτημα που εύλογα γεννάται λοιπόν, είναι αν η τεχνική τρισδιάστατης εκτύπωσης μπορεί να κυριαρχήσει στον χώρο όπου σήμερα βασιλεύει η μαζική παραγωγή. Σύμφωνα με τους ειδικούς, η παραδοσιακή γραμμή παραγωγής δεν θα πάψει να υπάρχει. Σίγουρα όμως θα εμφανιστούν εγκαταστάσεις που θα χρησιμοποιούν αποκλειστικά την τρισδιάστατη εκτύπωση, ενώ τρισδιάστατοι εκτυπωτές θα κάνουν την εμφάνισή τους στον χώρο του εμπορίου με τη μορφή π.χ. σταθμών τρισδιάστατης εκτύπωσης – κάτι σαν τα σημερινά φωτοαντιγραφικά κέντρα, αλλά για υλικά αντικείμενα.

Κατά την εκτίμησή μας, η νέα τεχνολογία θα εκτοπίσει σε μεγάλο βαθμό την παλιά, καθώς είναι οικονομικότερη και πολύ πιο αποτελεσματική, κυρίως όμως διότι ανταποκρίνεται στην τάση της εποχής για γενίκευση της χρήσης της πληροφορικής, και για αλλαγή του συσχετισμού μεταξύ επιστήμης και χειρονακτικής εργασίας στη διαδικασία παραγωγής. Και πράγματι, το πρώτο και πιο χτυπητό αποτέλεσμα της τρισδιάστατης εκτύπωσης, στο βαθμό που θα γενικευθεί και θα τελειοποιηθεί, είναι ο ακόμη μεγαλύτερος εκτοπισμός της χειρονακτικής εργασίας από την παραγωγή. Μάλιστα, κάποιοι εκτιμούν ότι οι χώρες με πολύ φθηνή εργατική δύναμη, όπως η Κίνα, θα χάσουν το ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα (The Economist 12 Φεβ. 2011, σελ. 11). Ταυτόχρονα, η κατασκευή πληθώρας απλών και πολύπλοκων αντικειμένων γίνεται εξαιρετικά εύκολη και φθηνή.

Από την άλλη, αυτονομείται σχεδόν πλήρως η ιδέα ενός προϊόντος από την πραγματοποίησή του. Κάθε προϊόν μπορεί να αποτελεί ένα αρχείο στο φάκελο «τα έγγραφά μου» ή μάλλον «τα προϊόντα μου» ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, αδιάφορο για το πότε, πού ή πόσες φορές θα «εκτυπωθεί». Ακολούθως, όλες οι εταιρίες παραγωγής προϊόντων μετατρέπονται πρακτικά σε εταιρίες πληροφορικής. Τα προϊόντα τους δεν είναι απτά αντικείμενα, αλλά ηλεκτρονικά αρχεία που μπορούν να μετατραπούν σε απτά αντικείμενα, όπως ακριβώς ένα αρχείο κειμένου που μπορεί να τυπωθεί σε χίλιους διαφορετικούς εκτυπωτές ή ένα αρχείο μουσικής που μπορεί να παίξει σε άπειρες συσκευές.

Η ιδέα μας περί προϊόντος, εργασίας, παραγωγής αλλάζει ριζικά. Συντελείται μια καθοριστική μετατόπιση προς το στάδιο της πνευματικής εργασία για την σύλληψη και τον σχεδιασμό αγαθών και χάνει τη σημασία του -επειδή απλοποιείται, «εκφυλίζεται» στο επίπεδο ενός «κλικ»- το στάδιο κατασκευής των αγαθών, της υλοποίησης της ιδέας.

Η απλοποίηση αυτή της υλικής παραγωγής σε συνδυασμό με την εξοικονόμηση στις πρώτες ύλες σημαίνει και μια άνευ προηγουμένου δυνατότητα αφθονίας των αγαθών, με πολύ λιγότερη εργασία, με τις ίδιες ή λιγότερες πρώτες ύλες καθώς και με την κατανάλωση πολύ λιγότερης ενέργειας.

Μαζί με αυτή τη μετατόπιση συντελείται και μία νέα μορφή παραγωγικής και κοινωνικής συγκρότησης γύρω από το πανεπιστήμιο και το ερευνητικό κέντρο, πλάι στην παραδοσιακή συγκρότηση της κοινωνίας γύρω από το εργοστάσιο, την βιομηχανική ζώνη ή την αγροτική παραγωγή. Η αγορά χειρονακτικής εργατικής δύναμης τείνει να εκτοπίζεται από την αγορά ιδεών, δηλαδή πνευματικής εργατικής δύναμης. Χάνουν τη σημασία τους οι μεταφορές αγαθών εφόσον το αγαθό βρίσκεται εκεί που βρίσκεται ο εκτυπωτής του, ενώ κερδίζουν σε σημασία τα δίκτυα και κυρίως το διαδίκτυο.

Στους τομείς αντίθετα της πρωτογενούς παραγωγής, στη γεωργία και στην εξόρυξη πρώτων υλών, εξακολουθεί με τα μέχρι τώρα δεδομένα να κυριαρχεί η εκμηχανισμένη μεν παραγωγή, αλλά με καθοριστικό ακόμη τον ρόλο της χειρονακτικής εργασίας.

Αμφισβητείται ο νόμος της αξίας

Περιορίζεται ασφυκτικά η δυνατότητα άντλησης υπεραξίας

Πολλοί βλέπουν στην τρισδιάστατοι εκτύπωση τη δυνατότητα μεταφοράς του εργοστασίου στο σπίτι ή το γραφείο, ή την ρομαντική επιστροφή στην εποχή του μοναχικού παραγωγού που σχεδίαζε και κατασκεύαζε ο ίδιος το προϊόν του, χωρίς την αποξενωτική μεσολάβηση της μεγάλης παραγωγής.

Πράγματι, δίνεται στον καθένα μας η δυνατότητα να φτιάξει μεγάλο μέρος των αγαθών που χρειάζεται στο σπίτι του με το πάτημα ενός κουμπιού. Μάλιστα, μια διαδικτυακή κοινότητα (reprap.org) βασιζόμενη στις αρχές του ανοιχτού κώδικα έχει σχεδιάσει έναν εκτυπωτή 3Δ που μπορεί κανείς να κατασκευάσει ο ίδιος με λιγότερο από 400€. Το μηχάνημα παρασκευάζει πλαστικά αντικείμενα που μπορεί κανείς να σχεδιάσει με ανάλογο λογισμικό το οποίο η κοινότητα παρέχει δωρεάν.

Τέτοιες δυνατότητες πραγματικά εντυπωσιάζουν. Το μέλλον όμως δεν βρίσκεται στο εργοστάσιο που μπορεί κανείς να φτιάξει σπίτι του, αλλά στις συλλογικότητες που συνεργάζονται για την ανάπτυξη προϊόντων, των οποίων η τελική υλική κατασκευή έχει γίνει τόσο εύκολη, που καθίσταται αδιάφορη.

Στο σημείο αυτό απλοποίησης της παραγωγής, οι εμπορευματικές σχέσεις γίνονται περιττό εμπόδιο, η ανταλλαγή προϊόντων με βάση την αξία τους παρωχημένη. Γίνεται πολύ πιο συμφέρον να διαθέτει κανείς δωρεάν στο διαδίκτυο το προϊόν της πνευματικής εργασίας της κοινότητας, της συλλογικότητας, της εταιρίας του, ένα ηλεκτρονικό αρχείο, δηλαδή, μερικά bytes, με αντάλλαγμα την ελεύθερη πρόσβαση στον αστερισμό των ηλεκτρονικών αρχείων που παράγουν άλλες ομάδες, κοινότητες ή εταιρίες. Ηλεκτρονικά αρχεία τα οποία μπορεί να μετατραπούν σε υλικά αντικείμενα πολύ απλά και πολύ φθηνά, με το πάτημα ενός κουμπιού.

Με άλλα λόγια, γιατί να διαθέσει κανείς δωρεάν στους άλλους,το προϊόν της εργασίας του, εν προκειμένω ένα ηλεκτρονικό αρχείο στο διαδίκτυο, και να μην το πουλήσει για κάποιο αντάλλαγμα; Διότι πουλώντας το θα πάρει για αντάλλαγμα κάτι αντίστοιχο με αυτό που πουλάει. Ενώ διαθέτοντάς το δωρεάν θα έχει απεριόριστη δωρεάν πρόσβαση σε μια τεράστια δεξαμενή προϊόντων άλλων παραγωγών. Προϋπόθεση για μια τέτοια σχέση είναι η αντικειμενοποίηση των ψηφιακών αρχείων σε υλικά αγαθά να είναι πολύ απλή και φθηνή.

Με όρους πολιτικής οικονομίας, ο βαθμός αυτοματοποίησης της παραγωγής που συνεπάγεται η τρισδιάστατη εκτύπωση πληγώνει ανεπανόρθωτα τον νόμο της αξίας και τη δυνατότητα άντλησης υπεραξίας. Η συμμετοχή ανθρώπινης εργασίας στην παραγωγή αγαθών γίνεται τόσο μικρή, ώστε τα περιθώρια κέρδους συρρικνώνονται. Αντίθετα, η κοινή χρήση μεθόδων παραγωγής και προϊόντων στο πλαίσιο της κοινότητας των παραγωγών διευκολύνει την ανάπτυξη και την παραγωγή προϊόντων για την κάλυψη των αναγκών με οικονομία στους φυσικούς πόρους και σεβασμό στο περιβάλλον.

Πατέντες η απάντηση

Αυξάνεται η εκμετάλλευση

Άνοδος της ανεργίας

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν μπορεί να ενσωματώνει τέτοιου είδους τεχνολογικές επαναστάσεις παρά μόνο με αντιδραστικό τρόπο. Έτσι, ενώ η νέα τεχνολογία κάνει ακόμη περισσότερο δυνατή και αναγκαία την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και την κοινοκτημοσύνη στην τεχνογνωσία και τα προϊόντα της πνευματικής εργασίας, η ενσωμάτωσή της στον σημερινό τρόπο παραγωγής θα γίνει με μορφές οπισθοδρόμησης και αντίδρασης.

Κατ’ αρχάς η νέα τεχνολογία μπορεί να μην αξιοποιηθεί ή να αξιοποιηθεί μόνο περιθωριακά. Επειδή υπεραξία παράγει μόνο η ανθρώπινη εργασία, δεν αποκλείεται πολυεθνικοί κολοσσοί να κρίνουν ότι τους συμφέρει περισσότερο να παράγουν με απαρχαιομένες μεθόδους που στηρίζονται στην εκμετάλλευση ανθρώπινης εργασίας, σε εργοστάσια -κάτεργα σε χώρες με φθηνά εργατικά χέρια. Μάλιστα, επειδή θα πρέπει να συναγωνιστούν τις νέες αυτόματες μηχανές, η εκμετάλλευση των εργατών θα είναι ακόμη πιο έντονη. Αν όχι εξ΄ολοκλήρου, ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής θα εξακολουθήσει να γίνεται με παρωχημένες μεθόδους παρότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί η νέα τεχνολογία.

Εξάλλου, προσπαθώντας να εξισορροπήσουν την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους από τη νέα τεχνολογία, οι εταιρίες θα προσπαθήσουν να εντείνουν την εκμετάλλευση  στους κλάδους που η χειρονακτική εργασία διατηρεί το στρατηγικό της ρόλο. Στην εξόρυξη πρώτων υλών και στη γεωργία η εργασία θα είναι ακόμη πιο απεχθής από ό,τι σήμερα. Αλλά και στο επίπεδο της σύγχρονης παραγωγικής πνευματικής εργασίας θα επιχειρηθεί η μέγιστη εκμετάλλευση, με τις πλέον ελαστικές εργασιακές σχέσεις και χωρίς εργατικά δικαιώματα.

Στο μέτωπο διαδικτυακής κυκλοφορίας ηλεκτρονικών αρχείων οι εταιρίες θα απαντήσουν με ένα πολύπλοκο σύστημα πατεντών και κατοχύρωσης πνευματικών δικαιωμάτων. Ο Εκόνομιστ σημειώνει ότι «οι δικηγόροι, χωρίς αμφιβολία τρίβουν τα χέρια τους» καθώς το νομικό πλαίσιο για την πνευματική ιδιοκτησία και την καταπολέμηση της ηλεκτρονικής πειρατείας ίσως χρειάζεται επανεξέταση. Η μάχη της αστικής τάξης για την ανακοπή της τάσης κοινωνικοποίησης των ψηφιακών αγαθών -εν δυνάμει του συνόλου του πνευματικού πλούτου δηλαδή- θα ενταθεί, διότι σε αυτό το μωσαϊκό των ψηφιακών αγαθών θα ενταχθούν και τα σχέδια των υλικών εμπορευμάτων, ως αποτέλεσμα της παρασκευής τους με τη μέθοδο της τρισδιάστατης εκτύπωσης.

Η ανεργία θα είναι ίσως η πιο τραγική συνέπεια της τεχνολογίας της τρισδιάστατης εκτύπωσης στο πλαίσιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Η ανάγκη για λιγότερα εργατικά χέρια που σημαίνει η νέα τεχνολογία δεν θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των ορών εργασίας και την αύξηση της ευημερίας. Αντίθετα, η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους που θα ενταθεί, θα επιφέρει ακόμη μεγαλύτερη εκμετάλλευση των εργαζόμενων, με περισσότερη δουλειά, λιγότερες επενδύσεις κεφαλαίων που θα λιμνάζουν καθώς δεν θα μπορούν να τοποθετούνται κερδοφόρα και αύξηση της μόνιμης ανεργίας – ενός μεγάλου μέρους του εργατικού πληθυσμού που θα είναι μόνιμα εκτός παραγωγής.

Τις προϋποθέσεις για μια ακόμη μεγαλύτερη κρίση από τη σημερινή θα δημιουργήσει η καπιταλιστική αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας. Ταυτόχρονα όμως, θα δημιουργηθούν ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία προϋποθέσεις στρατηγικής ηγεμονίας των εργατικών συμφερόντων μέσα στην ίδια τη σφαίρα της παραγωγής.

στην Ελβετία, δυο φορές το χρέος

Το αμύθητο ποσό των 600 δισ. ευρώ φτάνουν οι καταθέσεις Ελλήνων σε τράπεζες της Ελβετίας, σύμφωνα με το περιοδικό Σπίγκελ. Την ίδια στιγμή, το ελληνικό δημόσιο χρέος, για το οποίο οι αγορές επιβάλλουν αδίστακτα το στραγγαλισμό των εργαζομένων της χώρας μας είναι μόλις το μισό, περίπου 337 δισ. ευρώ, ενώ τα 110 δισ. του δανείου ΕΕ – ΔΝΤ, εξαιτίας του οποίου ο ελληνικός λαός έχει μπει κάτω από τη μπότα του Μνημονίου, μοιάζει μικροποσό μπροστά στις ελληνικό χρήμα που βρίσκεται στις ελβετικές τράπεζες. Το χρήμα αυτό στην καλύτερη περίπτωση βρίσκεται στην Ελβετία για την αποφυγή της φορολόγησης, στη χειρότερη επειδή έχει αποκτηθεί παράνομα ή αποτελεί πολιτικό χρήμα. Βέβαια, η εκλεκτή ελληνική πελατεία των ελβετικών τραπεζών δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Η κυβερνήσεις Ελλάδας και Ελβετίας κατέληξαν σε συμφωνία, σύμφωνα με την οποία οι ελβετικές τράπεζες θα καταβάλουν ένα ποσοστό επί των καταθέσεων στο ελληνικό κράτος χωρίς να αρθεί το τραπεζικό απόρρητο. Κανείς δεν θα ελεγχθεί, δηλαδή. Κανένας μεγαλοφοροφυγάς ή απατεώνας δεν θα πληρώσει φόρους ή πρόστιμα.

Τη ίδια στιγμή ο ελληνικός λαός καλείται να θυσιάσει τα αναγκαία για την επιβίωσή του, τη δουλειά, τη μόρφωση των παιδιών του, γνωρίζοντας πως μόνο ένα μέρος από αυτά τα αμύθητα πλούτη που κερδήθηκαν από την εκμετάλλευση, τη διαφθορά και το έγκλημα είναι υπεραρκετό για να εξαφανιστεί διά μιας το δημόσιο χρέος. Ένα χρέος το οποίο δημιουργήθηκε, άλλωστε, όχι επειδή «τα έφαγε» ο λαός, όπως αναίσχυντα υποστηρίζει η κυβέρνηση και οι προπαγανδιστές του Μνημονίου, αλλά για να «διασώζονται» οι τράπεζες και οι πολυεθνικές και να αυξάνονται τα δισεκατομμύρια των καταθέσεων σε φορολογικούς παραδείσους.

Και, πράγματι, τα κέρδη των τραπεζών που διασώθηκαν με το αίμα των εργαζομένων της Ευρώπης και της Αμερικής έχουν ξεπεράσει κατά μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια τα προ κρίσης κέρδη τους. Όπως προέκυψε ύστερα από μελέτη των ισολογισμών 25 εκ των μεγαλύτερων χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων από τη Γουόλ Στριτ Τζέρναλ, τα κέρδη των εν λόγω εταιρειών το 2007 ανέρχονταν στα 351 δισ. δολάρια. Το 2010, εν μέσω κρίσης, άγριας λιτότητας και ανεργίας, τα κέρδη τους ξεπέρασαν τα 417 δισ. δολάρια. Οι αμοιβές του προσωπικού αυτών των εταιρειών έφτασαν το 2010 το αστρονομικό ποσό των 135 δισ. δολαρίων. Ο επικεφαλής της Μπανκ οφ Αμέρικα, λόγου χάρη, το 2010 κέρδισε 10 εκατ. δολάρια, ανεβάζοντας το εισόδημά του κατά 67% – τη στιγμή μάλιστα που η Μπανκ οφ Αμέρικα ανακοίνωσε ζημιές ύψους 2,2 δισ. δολαρίων για τη χρονιά που πέρασε. Ο ομόλογος του της διαβόητης Γκόλντμαν Ζακς τριπλασίασε το μισθό του, ανεβάζοντάς τον στα 2 εκατ. δολάρια. Συν ένα μπόνους 12,6 εκατ. δολαρίων, κέρδισε το 2010 14,6 εκατ. δολάρια. Ποσό που ένας εργαζό μενος των 800 ευρώ –από τον οποίο απαιτούν υπακοή στην άδικη αυτή νομιμότητα– θα βγάλει έπειτα από περίπου …1.400 χρόνια δουλειάς!

Δημοσιεύτηκε στο «Πριν», 13 Φεβρουαρίου 2011

μητσοτάκης: υπερβείτε το σύνταγμα

Με άμεση προτροπή προς τα πολιτικά κόμματα να προχωρήσουν σε πραξικόπημα για την επιβολή μόνιμου «μνημονίου» ισοδυναμεί η πρόταση του Κ. Μητσοτάκη, σε συνέντευξή του στην Καθημερινή της περασμένης Κυριακής. Ο λαομίσητος πρώην πρωθυπουργός προτείνει να ανακηρυχθεί αναθεωρητική η επόμενη Bουλή, «καθ’ υπέρβασιν του Συντάγματος», καθώς «η σωτηρία του τόπου είναι ο υπέρτατος νόμος». «Άλλωστε, όλες οι σημαντικές αναθεωρήσεις έτσι έχουν γίνει», σημειώνει. Έτσι έχουν γίνει επίσης όλα τα πραξικοπήματα, στρατιωτικά αλλά και κοινοβουλευτικά, με την ίδια ακριβώς αιτιολόγηση –«σωτηρία του τόπου»– και την επίκληση του επείγοντος.

Μετά την τελευταία αναθεώρηση του 2008 –η οποία προσέκρουσε στο εκπαιδευτικό και νεολαιίστικο κίνημα– η επόμενη Bουλή δεν μπορεί να είναι αναθεωρητική, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο το Σύνταγμα για την αναθεώρησή του. Εντούτοις, ο Κ. Μητσοτάκης εκτιμά ότι «ο τόπος χρειάζεται γενικότερες, βαθιές αλλαγές, τις οποίες μόνον μια επόμενη αναθεωρητική Bουλή μπορεί να πραγματοποιήσει». Η προτροπή αυτή εκφράζει τη βιασύνη της αστικής τάξης να επιβάλει πραξικοπηματικά και με ισχύ υπέρτατου νόμου ένα καθεστώς διαρκούς λιτότητας πιο εξοντωτικής από αυτή του σημερινού Mνημονίου. Αυτή είναι άλλωστε και η κατεύθυνση της γαλλογερμανικής πρότασης για «συνολική λύση» στο πρόβλημα χρέους στην Ευρώπη, που συζητείται στην παρούσα Σύνοδο Κορυφής.

Δεν σταματάει όμως μόνο εκεί ο Κ. Μητσοτάκης. Τη στιγμή που αυτός και μέλη της οικογένειάς του και του κύκλου του αναφέρονται στα σημειωματάρια του Μ. Χριστοφοράκου πάνω από 100 φορές, ζητάει να διαχωρίζεται η «ενίσχυση» πολιτικών κομμάτων από επιχειρήσεις προκειμένου να βοηθήσουν στην «πολιτική τους δραστηριότητα», από την «εξαγορά συνειδήσεως είτε υπηρεσιακών οργάνων είτε πολιτικών για να πετύχουν αθέμιτα ωφελήματα». Λες και είναι ποτέ δυνατόν μία επιχείρηση να χρηματοδοτήσει ένα κόμμα χωρίς να προσδοκά άμεσα ή έμμεσα οφέλη.

Και ενώ ο Κ. Μητσοτάκης δεν υπολογίζει ούτε νόμους, ούτε δικαιοσύνη, ούτε καν το αστικό Σύνταγμα για την προώθηση των πιο αποτρόπαιων συμφερόντων της τάξης του, την ίδια στιγμή ο ίδιος και το σόι του, σε ευθυγράμμιση με το μαύρο μπλοκ ΠΑΣΟΚ – ΝΔ – ΛΑΟΣ – τρόικα – ΜΜΕ, ουρλιάζουν εναντίον του δίκαιου κινήματος ανυπακοής, προσπαθώντας να το τρομοκρατήσουν με τις κορόνες περί… «ανομίας».

Δημοσιεύτηκε στο «Πριν», 6 Φεβρουαρίου 2011

μνημονιακή καταστροφή

Υλικό αξίας 200 εκατ. ευρώ απειλείται με καταστροφή καθώς σαπίζει εγκαταλελειμμένο στο μηχανοστάσιο του ΟΣΕ στην Καλαμάτα. Το μηχανοστάσιο σε λίγες μέρες κλείνει και το προσωπικό μετατάσσεται, στο πλαίσιο της κατάργησης της γραμμής Άργος – Τρίπολη – Μεσσηνία. Η γραμμή αυτή καταργείται αμέσως μετά την ανακαίνισή της που κόστισε 75 εκατ. ευρώ!

Το υλικό που αφήνεται σε εγκατάλειψη αποτελείται από υπερσύγχρονες αυτοκινητάμαξες, κάποιες από αυτές ολοκαίνουργιες, σχεδόν καινούργιες ντιζελομηχανές, πανάκριβα μηχανήματα συντήρησης υψηλής τεχνολογίας, πολλά από τα οποία δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ, καθώς και κτίρια συντήρησης των αμαξοστοιχιών. Ανεκμετάλλευτη μένει επίσης μεγάλη έκταση που απαλλοτριώθηκε πρόσφατα για την επέκταση του μηχανοστασίου.

Το ρήμαγμα τεράστιας δημόσιας περιουσίας που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για καλύτερες, φθηνότερες και φιλικές προς το περιβάλλον μετακινήσεις του κοινού αποτελεί παράδειγμα για το τι εννοεί η κυβέρνηση ως «εξυγίανση» του ΟΣΕ: κατάργηση δρομολογίων και γραμμών, ερήμωση υποδομών, αύξηση εισιτηρίων, μείωση προσωπικού, κατάργηση των περισσότερων ατελειών, κακή συντήρηση του δικτύου, ακόμη χειρότερες υπηρεσίες προς το κοινό που υποφέρει από έλλειψη αξιόπιστων και ασφαλών συγκοινωνιών.

Σύμφωνα με το Μνημόνιο, αν ο ΟΣΕ δεν είναι κερδοφόρος μέχρι τον Μάρτιο, θα κλείσει. Το δόγμα της κερδοφορίας και της εξάλειψης των ελλειμμάτων του ΟΣΕ και όλων των ΔΕΚΟ είναι ενδεικτικό της οπισθοδρόμησης που επιβάλλει

ο σύγχρονος καπιταλισμός: Κανενός είδους υπηρεσία δεν πρέπει να προσφέρεται για την εξυπηρέτηση κοινωνικών αναγκών, ακόμη και αν αυτή χρηματοδοτείται από την εξαντλητική φορολογία των ίδιων των εργαζομένων και όχι από το κεφάλαιο – στο πλαίσιο, ας πούμε, σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών αναδιανομής. Η κρίση κερδοφορίας του καπιταλισμού επιβάλλει τη ληστρική επιδρομή σε όλες τις πλευρές του εργατικού εισοδήματος για τη χρηματοδότηση του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα να μην αφήνεται κανένα περιθώριο για παροχή «δωρεάν» ή φθηνών υπηρεσιών από το κράτος.

Και για να μην έχει κανείς αυταπάτες ότι πρόκειται για φαινόμενο της «Ψωροκώσταινας», αρκεί να δει την κατάντια του μετρό-τραμ του Βερολίνου, που έχει πλεονασματικά ισοζύγια και ανάπτυξη – ρεκόρ. Ολόκληρες περιοχές της πόλης έμειναν χωρίς σύνδεση με τραμ στις αρχές του μήνα, λόγω παγετού, φαινόμενο πρωτοφανές για γερμανική μεγαλούπολη. Αιτία είναι τα αλλεπάλληλα σχέδια «εξυγίανσης» του φορέα παροχής υπηρεσιών μεταφοράς «Γερμανικός Σιδηρόδρομος», από το 2005 μέχρι σήμερα, που έχουν στερήσει από τον οργανισμό εκατομμύρια ευρώ για συντήρηση και εξοπλισμό του δικτύου. Με τα λόγια της υπουργού Συγκοινωνιών του κρατιδίου του Βερολίνου Ίνγκεμποργκ Γιούνγκε -Ρέγιερ, η πόλη πληρώνει την ελλιπή συντήρηση των αμαξοστοιχιών και το κλείσιμο μηχανοστασίων.

Στο μεταξύ, ψηφίστηκε από το μαύρο μπλοκ ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ το νομοσχέδιο για τους μηχανοδηγούς του ΟΣΕ, που αφορά στις μετατάξεις τους και την επιδείνωση των εργασιακών τους σχέσεων.

Δημοσιεύτηκε στο «Πριν», 30 Ιανουαρίου 2011

Ο Απ. Γκλέτσος και η ανυπακοή

Πυρ ομαδόν κατά του Απόστολου Γκλέτσου, από τις εφημερίδες του κατεστημένου, την εβδομάδα που πέρασε, με υποτιμητικά σχόλια για τη ζωή και το προηγούμενο έργο του νυν δήμαρχου. Πρωτοπόροι στη δημοσιογραφία των ποταπών προσωπικών επιθέσεων οι εφημερίδες της Καθημερινής και του Βήματος και εδικά ορισμένων συντακτών τους, γνωστών για το αντιλαϊκό τους μένος.

Ο Απόστολος Γκλέτσος ορθώς στήριξε ως δήμαρχος τους κατοίκους του δήμου του. Άλλωστε, δεν είχε και άλλη επιλογή, αν ήθελε να διασφαλίσει την πολιτική και ηθική του ύπαρξη. Εξάλλου δεν είναι ο μόνος που επιχείρησε κάτι τέτοιο. Το ίδιο ακριβώς έκανε τον περασμένο Οκτώβριο ο δήμαρχος Ανατολικού Ολύμπου Διονύσης Αρωνιάδης. Μόνο που ο Αρωνιάδης δεν ήταν διάσημος και από τον περασμένο Οκτώβριο μέχρι σήμερα η τάση γενικευμένης ανυπακοής των πολιτών δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένη όσο σήμερα. Η διασημότητα του Γκλέτσου και η εκρηκτικότητα της εποχής, σχετικά εύκολα θα μπορούσαν να μετατρέψουν τον πρώην ηθοποιό σε λαϊκό σύμβολο της ανυπακοής –χωρίς, ίσως, ο ίδιος να θέλει ή να έχει επιδιώξει κάτι τέτοιο– ενώ το γεγονός της Στυλίδας εξίσου εύκολα θα μπορούσε να αποτελέσει τη θρυαλλίδα ώστε παρόμοια γεγονότα και πράξεις πολιτών να αποκτήσουν ανεξέλεγκτη έκταση – στα πρόθυρα τέτοιας κατάστασης βρισκόμαστε.

Η απαράδεκτη σύλληψη του δημάρχου και η προσπάθεια να παρουσιαστεί ως γραφικός «νταής» από τα ΜΜΕ ήθελε να προλάβει ακριβώς αυτό το ενδεχόμενο: να κόψει την όρεξη των Ελλήνων για γενίκευση των πράξεων ανυπακοής και, ακόμη πιο επικίνδυνα για το σύστημα, συλλογικής ανυπακοής και αυτοοργάνωσης.

Ακολούθησαν οι «νουθεσίες του «κακού λαού» με βαρύγδουπα άρθρα και απόψεις περί «ανομίας» και άλλες αθλιότητες. Το αποτέλεσμα βέβαια αυτής της σταυροφορίας της αστυνομίας και των ΜΜΕ ήταν η γελοιοποίησή τους, καθώς οι κάτοικοι της Στυλίδας και ο «γραφικός» Γκλέτσος δικαιώθηκαν – τόση ήταν η γελοιοποίηση της αστυνομίας που δεν τολμούσε να συλλάβει τον Γκλέτσο όσο αυτός βρισκόταν ανάμεσα σε δημότες! Και μαζί τους δικαιώθηκε ηθικά και η αγανάκτηση και στάση ανυπακοής των πολιτών, που ανάγκασαν τον ίδιο τον υφυπουργό Υποδομών Γ. Μαγκριώτη να χαρακτηρίσει σε συνέντευξή του στη ΝΕΤ «δικαιολογημένη» τη «δυσφορία του κόσμου» για το θέμα των διοδίων!

Το ζήτημα της ελεύθερης διέλευσης 3.000 ανθρώπων, κατοίκων του δήμου Στυλίδας, από τα διόδια της Πελασγίας, που κόβουν το δήμο τους στα δύο, θα αποτελούσε ένα μεμονωμένο γεγονός αν δεν συνέβαινε σε μια τέτοια εποχή. Ο αγώνας των κατοίκων της Στυλίδας ενώθηκε χωρίς να το αποφασίσει κανείς με όλες τις φωνές και πράξεις διαμαρτυρίας και ανυπακοής απέναντι στον προκλητικό τσαμπουκά των εργολάβων των εθνικών οδών, αλλά και με όλες τις μικρές και μεγάλες φωνές και πράξεις αντίστασης απέναντι στο αμόκ που έχει καταλάβει κράτος, επιχειρήσεις, ΜΜΕ, ΔΝΤ, ΕΕ εναντίον του λαού.

Δημοσιεύτηκε στο «Πριν», 23 Ιανουαρίου 2011